Ιθαγενείς


Σχολιάστε

Φεστιβάλ ταινιών μικρού μήκους 2 ημέρες, 4 θεματικές ενότητες, 25 ταινίες

Σας περιμένουμε όλες και όλους στο φεστιβάλ ταινιών μικρού μήκους που θα πραγματοποιηθεί στον εναλλακτικό πολυχώρο του Άρδην στη Θεσσαλονίκη.

Παρασκευή 30/3 στις 19:00

• Ταινίες από το παρελθόν
• Άτομα με ιδιαιτερότητες και κοινωνικός αποκλεισμός

Σάββατο 31/3 στις 19:00

• Περιβάλλον
• Κοινωνικές ταινίες μυθοπλασίας Συνέχεια


Σχολιάστε

Πώς Αποικίστηκαν τα πνεύματά μας

Μου φαίνεται ότι ο αποικισμός των πνευμάτων έχει τρεις κύριες μορφές: την εκπαίδευση, τη μιντιακή χειραγώγηση, την κατανάλωση του καθημερινού ή τον συγκεκριμένο τρόπο ζωής.

Η εκπαίδευση

Η εκπαίδευση (η παιδεία, όπως έλεγε ο Αριστοτέλης) είναι αυτό που επιτρέπει στο παιδί να γίνει ενήλικας, πολίτης, άτομο. Αυτή μας δίνει τα μέσα να επιβεβαιωνόμαστε και να αντιστεκόμαστε στους πειρασμούς του νοητικού αποικισμού. Στην ουσία, στις σύγχρονες κοινωνίες, η εκπαίδευση περνάει από έναν θεσμό, το σχολείο. Το σχολείο αποτέλεσε αντικείμενο μιας διαρκείας κριτικής, αυτής του Ιβάν Ίλλιτς, που παραμένει επίκαιρη. «Η πλειονότητα» γράφει, «μαθαίνει όχι μόνο την αποδοχή της μοίρας της, αλλά και τη δουλικότητα». Όσο για τη σχολική αποτυχία, την εγγεγραμμένη στη λογική του θεσμού εκπροσωπεί την «εκμάθηση της μη ικανοποίησης». «Τα σχολεία» σημειώνει ακόμη ο Ίλλιτς, «αποτελούν μέρος μιας κοινωνίας όπου μία μειονότητα ετοιμάζεται να γίνει τόσο παραγωγική που η πλειονότητα πρέπει να διαμορφωθεί κατά τρόπο ώστε να κάνει μια πειθαρχημένη κατανάλωση». Για τον Ίλλιτς, ένα είναι το συμπέρασμα: πρέπει να «αποσχολειοποιήσουμε» την κοινωνία. Αλλά πώς να βγούμε από δω όταν οι ίδιοι οι εκπαιδευτές δεν είναι καλά εκπαιδευμένοι;

Η Χάνα Άρεντ, στα δοκίμιά της για την εκπαίδευση και τη διαμόρφωση, δείχνει τεράστια ευθύνη που έχουν οι ενήλικες όσον αφορά στην εκπαίδευση και τη διαμόρφωση. Λέει ότι πρέπει να είμαστε αρκετά παραδοσιακοί στην εκπαίδευση για να επιτρέψουμε στα παιδιά μας να είναι επαναστάτες. Είναι φανερό ότι, αν θέλω να εμποδίσω αυταρχικά τον γιο μου να πάει στα Μακντόναλντς, θα σπεύσει να πάει εκεί και θα έχει δίκιο! Εν πάση περιπτώσει, το ανθρωπιστικό εκπαιδευτικό μας σύστημα ήταν ένας αρκετά καλός τρόπος διαμόρφωσης. Δεν πρέπει να ντρεπόμαστε για αυτό. Εκτός αν διαπιστώνουμε μια αντίφαση ανάμεσα στη διαμόρφωση αυτή και στο παράδειγμα που δίνουμε στα παιδιά μας, δηλαδή στη βουλιμία της κατανάλωσης σ’ έναν κόσμο πλήρως αποικισμένο από τα σκουπίδια της τηλεόρασης. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, δεν υπάρχει λόγος να απορούμε για το ότι τα παιδιά είναι έντονα διαποτισμένα από την ιδεολογία της ομοιομορφοποίησης και του καταναλωτισμού.

Ο κόσμος που κληροδοτούμε στα παιδιά μας και από τον οποίο έχουν «φτιαχτεί» σπαράσσεται από τη βία, τους πολέμους, έναν ανελέητο ανταγωνισμό, με λίγα λόγια, είναι ένας κόσμος πολύ «ξεχαρβαλωμένος». Οι περισσότεροι από τους συγκαιρινούς μας είναι οι ίδιοι ξεχαρβαλωμένοι. Πώς θα μπορούσαν να φτιάξουν παιδιά υγιή και «φυσιολογικά»; Πώς μπορεί η ηθική του οικονομικού πολέμου μέχρι τελικής πτώσης να συνυπάρχει με την ηθική της αλληλεγγύης, της δωρεάν παροχής και του δώρου, που θα έπρεπε να εμψυχώνει έναν αδελφικό κόσμο; Με την πολιτική αυστηρότητα και την ισότητα τις οποίες συνεπάγεται το δημοκρατικό κράτος; Πώς, για παράδειγμα, θα αναθρέψουμε τα παιδιά μας και θα «φτιάξουμε» τους μελλοντικούς συντελεστές της κοινωνίας του αύριο; Ποια από αυτές τις δύο ηθικές- αυτή των κυριάρχων αξιών και εκείνη της εναλλακτικής λύσης της από- ανάπτυξης- θα δούμε, θα ακούσουμε και θα εκλέξουμε μέσα από τις τηλεθεάσεις, τις γνώμες των τηλεθεατών και τις ακροαματικότητες; «Σε ηλικία τριών ετών», σημειώνει ο Francois Brune, «καταναλώνει κανείς το προϊόν σαν κόσμο, σε ηλικία τριάντα ετών καταναλώνεις τον κόσμο σαν προϊόν».

Μολαταύτα, πρέπει να δείξουμε εμπιστοσύνη στα παιδιά μας. Πιστεύω ότι είναι αδύνατο να αποικιστούν πλήρως τα πνεύματα, λιγάκι κριτικό πνεύμα αντιστέκεται πάντα. Πιστεύουμε ότι οι άνθρωποι είναι εντελώς αλλοτριωμένοι και υποταγμένοι ( φτάνουμε σε σημείο να μιλάμε για πλύση εγκεφάλου ή για εντατική προπαγάνδα), αλλάς στην πραγματικότητα κάτι τέτοιο ποτέ δεν συμβαίνει εξ ολοκλήρου. Το είδαμε με την εμπειρία του σοσιαλισμού στην Ρωσία. Ακόμη και κάτω από ένα ολοκληρωτικό καθεστώς υπάρχει διαφωνία. Όταν έρθει η κατάλληλη στιγμή, τελικά καταφέρνει να θριαμβεύσει. Δεν υπάρχει ένα ιδιαίτερο εργαλείο για να μπει κανένας στο νοητικό κόσμο των ανθρώπων. Δεν πρέπει να μπαίνουμε στο μυαλό των παιδιών μας, πρέπει να έχουμε εμπιστοσύνη ότι θα βρουν το δρόμο τους, χωρίς να παραλείπουμε να εφαρμόζουμε στην πράξη δικές μας πεποιθήσεις.

Το να σκεφτούμε εκ νέου την «κατασκευή» των πολιτών είναι κάτι που ξεπερνά το πρόβλημα της εκπαίδευσης και μόνο, ιδίως όταν αυτή ανάγεται μόνο στη σχολική φοίτηση. Αυτό που είναι σημαντικό έλεγε ο Σαρτρ, δεν είναι τόσο αυτό που μας έκαναν, αλλά τι κάνουμε από αυτό που μας έκαναν. Η κατασκευή του πολίτη γίνεται επίσης ή ξεγίνεται στη πράξη. «Το συνδικάτο και ο σοσιαλιστικός συνεταιρισμός» έγραφε ο Μαρσέλ Μως, «είναι τα θεμέλια της μελλοντικής κοινωνίας». Ο Michea σχολιάζει: «Στην οπτική ενός ευπρεπούς σοσιαλισμού (έκφραση που για τον Μως, όπως και λίγο αργότερα για τον Όργουέλ, δεν ήταν παρά πλεονασμός), αυτές οι δύο μορφές οργάνωσης αποτελούν, πράγματι, δυο προνομιούχους χώρους όπου οι εργαζόμενοι, επειδή βρίσκουν εδώ την ευκαιρία να ξεδιπλώσουν σ’ ένα ανώτερο επίπεδο τις αρχέγονες ιδιότητές τους, μπορούν να μάθουν «από δω και πέρα» (με άλλα λόγια, χωρίς να πρέπει να περιμένουν να αναλάβει την επανεκπαίδευσή τους το λαμπρό Μέλλον) να έρθουν σε ρήξη με το ωφελιμιστικό φαντασιακό του καπιταλιστικού κόσμου, ενεργοποιώντας από κοινού μορφές πάλης και ζωής, που είναι ήδη εξ ολοκλήρου συμβατές με τις αξίες της ανιδιοτέλειας, της γενναιοδωρίας και της αλληλοβοήθειας τις οποίες συνεπάγεται μια σοσιαλιστική κοινωνία». Η κατασκευή μια κοινωνίας από- ανάπτυξης βρίσκεται κατ’ ουσίαν αντιμέτωπη με το ίδιο πρόβλημα και μοιράζεται τις αξίες αυτές με το σοσιαλισμό.

Το REPAS (Δίκτυο ανταλλαγών και εναλλακτικών και αλληλέγγυών πρακτικών, στο οποίο συμμετέχουν οι Ambiance Bois και Ardelaine), όπως επίσης και το σύνολο των εναλλακτικών πειραμάτων (AMAP, SEL, Jardins de Cocagne κτλ.) αποτελούν αυτή τη στιγμή, συνειδητά ή χωρίς να το υποπτεύονται , τέτοιες σχολές γαλήνιας από- ανάπτυξης.

Απόσπασμα από το βιβλίο του Σερζ Λατούζ «Το στοίχημα της από-ανάπτυξης» εκδόσεις ¨ΒΑΝΙΑΣ¨, μετάφραση Χριστίνα Σαρίκα 

Ντιούη


2 Σχόλια

Πριν την καταστροφή, μια νέα πορεία*

Πριν από λίγα χρόνια, ένας μεγάλος Έλληνας φιλόσοφος είχε δηλώσει ότι 25 χρόνια εκσυγχρονισμού κατέστρεψαν 3000 χρόνια ελληνικού πολιτισμού. Μέρος αυτής της καταστροφής, είναι και οι οβιδιακές μετμορφώσεις που έχει υποστεί η ελληνική φύση. Γιατί τα τελευταία 25 χρόνια επιδοθήκαμε σ’ έναν ανελέητο αγώνα περιβαλλοντικής υποβάθμισης της χώρας: σκάψαμε τη γη, κάψαμε τα δέντρα, χτίσαμε δρόμους και γιγάντιες ακαλαίσθητες τσιμεντένιες εγκαταστάσεις. Οι συνέπειες είναι γνωστές: Ό,τι ενέπνευσε τους μεγάλους Έλληνες ζωγράφους και τους ποιητές μας –το ελληνικό τοπίο και το τόσο χαρακτηριστικό μέτρο της συνύπαρξης του ανθρώπου με τη φύση– υφίσταται πια μόνο ως καταγραφή στα μουσεία.

Σε τι συνίστατο αυτή η διαδικασία του εκσυγχρονισμού; Δεν ήταν τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο από την εξοικείωσή μας με το πλανητικό μοντέλο της διαρκούς συσσώρευσης και μεγέθυνσης καθώς και το αντίστοιχο καταναλωτικό φαντασιακό που το συνοδεύει. Στα χρόνια που μας πέρασαν, ταυτίσαμε κι εμείς –όπως και ολόκληρος ο πλανήτης– την ευημερία με την συσσώρευση των υλικών αγαθών, την πρόοδο με την αύξηση του Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος. Σήμερα, το έωλον αυτής της διαδικασίας είναι ορατό: Η ζωή μας είναι αβίωτη, η Αθήνα και οι άλλες πόλεις βουλιάζουν στο τσιμέντο και το καυσαέριο, ενώ η ύπαιθρος έχει ερημοποιηθεί εντελώς: στην χειρότερη περίπτωση θα καταβαραθρωθεί από μία μεγάλης έκτασης καταστροφή (λέγε με Ηλεία) και στην καλύτερη, θα μεταβληθεί σε θέρετρο αναψυχής των «Αθηναίων» και των Ευρωπαίων συνταξιούχων, βουλιάζοντας στις τεράστιες τουριστικές εγκαταστάσεις, στα γήπεδα γκολφ, τα εστιατόρια και τα τζιπ.

Αυτό είναι και το πλαίσιο της αμείλικτης κυριαρχίας των μεγάλων συμφερόντων, το θερμοκήπιο μέσα από το όποιο ξεπήδησε η Ελλάδα τον μεγαλοεργολάβων και των νταβατζήδων. Κι αν αναρωτιέται κανείς από τη στάση του κράτους και της τοπικής αυτοδιοίκησης, που παρουσιάζεται διαρκώς ότι κάνει τα «στραβά μάτια», θα πρέπει επιτέλους να καταλάβουμε ότι ζούμε σε μια χώρα παρασιτική, η οποία έχει καταλήξει να μην παράγει τίποτε, και ως εκ τούτου μπορεί να «αναπτύσσεται» και να «προοδεύει» μόνο καταστρέφοντας, εκποιώντας μεταξύ άλλων την φυσική της κληρονομιά. Γι’ αυτό και οι θεσμοί, ανεξαρτήτως εάν οι διαχειριστές τους είναι «αριστεροί» ή «δεξιοί», όχι μόνο εμφανίζονται δίπλα σ’ αυτούς που καταστρέφουν το περιβάλλον, αλλά και αποτελούν τον συλλογικό οργανωτή της καταπάτησης και της ανοικοδόμησής του.

Όσο για την στάση της κοινωνίας, ας όψεται το φαντασιακό το οποίο αναφέραμε παραπάνω, το οποίο έχει εγκαθιδρύσει ένα καθεστώς καταναλωτικής εγωκρατίας. Ο νεοέλληνας έχει μεταβληθεί στον τόσο γνώριμο και αποκρουστικό κανίβαλο που αντικρίζουμε στην καθημερινότητά μας διότι έχει εκποιήσει κάθε έννοια συλλογικής ταυτότητας, διαπροσωπικής σχέσης, και αλληλεγγύης στον βωμό της δάνειας υλικής του ευημερίας· διότι έχει μεταβληθεί σ’ έναν γάιδαρο που τρέχει πίσω από το καρότο, εγκαταλείποντας κάθε έννοια αξιοπρέπειας και αυτοσεβασμού. Γι’ αυτό και η παντελής έλλειψη περιβαλλοντικής συνείδησης που μας χαρακτηρίζει, εκφράζει μια βαθιά αυτοκαταστροφική διάθεση.

Όλα αυτά συστήνουν τον φαύλο κύκλο της φιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης. Τον κύκλο της ασύδοτης κυριαρχίας των μεγάλων συμφερόντων, της άμεσης και απροκάλυπτης συνέργιας της κρατικής μηχανής, της μεταβολής μιας ολόκληρης κοινωνίας σε ηθικό αυτουργό μέσα από το φαντασιακό της διαρκούς συσσώρευσης, του καταναλώνω άρα υπάρχω.

Τώρα τελευταία, βέβαια, η εντεινόμενη οικολογική καταστροφή που εκτυλίσσεται σε παγκόσμιο επίπεδο και έχει διαταράξει οριστικά την ισορροπία του πλανήτη με άμεσες και ορατές συνέπειες για τον άνθρωπο, έχει προκαλέσει μία νέα ευαισθησία για το περιβάλλον. Εδώ, στην Ελλάδα, ήταν οι φωτιές της Ηλείας, της Πάρνηθας και του Πηλίου που μας ξύπνησαν βίαια από τον καταναλωτικό μας λήθαργο.

Επάνω σ’ αυτήν την ευαισθησία, οι ίδιοι οι φορείς της φιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, αυτή που κινούν τους μηχανισμούς της διαρκούς μεγέθυνσης και της αέναης συσσώρευσης, προωθούν τη λογική της «πράσινης, αιεφόρου και βιώσιμης ανάπτυξης» εκφράζοντας …όψιμες οικολογικές ανησυχίες! Το διάβημά τους πραγματοποιείται για δύο λόγους. Αφενός, διότι το περιβαλλοντικό αδιέξοδο που αντιμετωπίζει ο πλανήτης είναι υπαρκτό, και δεν μπορούν να το αγνοούν –όπως άλλοτε έκαναν οι Αμερικανοί και οι σύμμαχοί τους με το πρωτόκολλο του Κιότο∙ αφετέρου διότι προσπαθούν να ξορκίσουν το ίδιο το πρόβλημα, να προλάβουν και να ελαχιστοποιήσουν τις συνέπειές του.

Δυστυχώς, σ’ αυτό το ρεύμα αναδείχθηκαν –πέρα από τους αμιγώς «πράσινους καπιταλιστές» τύπου Αλ Γκόρ και Άρνολντ Σβαρτσενέγκερ, ένα μεγάλο κομμάτι του οικολογικού κινήματος, το οποίο περιλαμβάνει εκατοντάδες μη-κυβερνητικές οργανώσεις, ενώ στην κεφαλή του βρίσκονται τα πράσινα ευρωπαϊκά κόμματα. Αυτά, έχουν εγκαταλείψει ακόμα και τις ελάχιστες αναφορές στην συνολική οικολογική οπτική που τους χαρακτήριζε άλλοτε. Αρνούνται πλέον, ότι το πρόβλημα εντοπίζεται εκ θεμελίων, στην κοινωνία, την οικονομία και τον πολιτισμό της μόλυνσης, και ως εκ τούτου απαιτείται μία συνολική εναλλακτική λύση και όχι γραφειοκρατικές και τεχνοκρατικές μεταρρυθμίσεις. Γι’ αυτό και έχουν προσχωρήσει στη ενσωμάτωση στους θεσμούς της φιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης– έστω ως η συνομιλούσα οικολογική αντιπολίτευση­– καταλήγοντας εντέλει να ομονοούν ακόμα και στις πιο εγκληματικές πράξεις των αυτοκρατορικών επιτελείων (όπως τότε, που οι Ευρωπαίοι πράσινοι υποστήριξαν τον βομβαρδισμό της Γιουγκοσλαβίας) ή να προωθούν τα πιο εξωφρενικά τους σχέδια (βλέπε την υποστήριξη που απλόχερα προσέφεραν, σε πλήρης ευθυγράμμιση με τους Αγγλοαμερικάνους, στο Σχέδιο Ανάν για την Κύπρο). Το αντάλλαγμα, βεβαίως, είναι η προώθησή τους από τους κολοσσούς των ΜΜΕ, αλλά και η συστηματική διοχέτευση πόρων μέσω ευρωπαϊκών προγραμμάτων, χρηματοδοτήσεις από φορείς και ιδρύματα του μεγάλου κεφαλαίου (π.χ. τους εφοπλιστές) κ.ο.κ.

Όλοι αυτοί, μιλούν συνέχεια για «πράσινους φόρους», για ανακύκλωση και απορρύπανση, οργανώνουν δενδροφυτεύσεις κ.ο.κ., που είναι μεν απαραίτητες, αλλά ταυτόχρονα προσπερνούν παντελώς ό,τι πραγματικά προκαλεί την αξεπέραστη περιβαλλοντική κρίση. Μπορεί να αναδεικνύονται πρωταθλητές στην εκταμίευση των ευρωπαϊκών προγραμμάτων για την ανακύκλωση των πλαστικών αλλά προσπερνούν εντελώς το γεγονός ότι είναι το ίδιο το καταναλωτικό μοντέλο που απειλεί να μας πνίξει στις πλαστικές συσκευασίες, πολλαπλασιάζοντας τα σκουπίδια που παράγει ο καθένας από εμάς με γεωμετρική πρόοδο.

Εμείς απέναντί τους, υποστηρίζουμε ότι αυτό που χρειαζόμαστε δεν είναι θεάματα για το περιβάλλον, ούτε συμβολικές κινητοποιήσεις που θα αποενοχοποιήσουν τον Έλληνα καταναλωτή ξορκίζοντας την καταστροφή του περιβάλλοντος. Τέτοιου τύπου πρωτοβουλίες θα είχαν νόημα, μόνο στα πλαίσια ενός νέου οράματος. Όντως, χρειαζόμαστε ένα νέο όραμα, έναν νέο πατριωτισμό: Μιαν νέα ευαισθησία για τον τόπο και το περιβάλλον της, η οποία θα αντιμάχεται τον παρασιτικό, χρησιμοθηρικό ελληνικό καπιταλισμό που πλέκει ένα σάβανο υποταγής και διάλυσης για όλη την χώρα. Ένα μοντέλο που να αμφισβητεί τον πυρήνα του προβλήματος, την φιλελεύθερη καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση της διαρκούς συσσώρευσης και της αέναης μεγέθυνσης και να την αντιστρατεύεται συνολικά: Ένα μοντέλο που να βασίζεται στην τοπικοποίηση της παραγωγής, στην αυτάρκεια της χώρας, την ανεξαρτησία της από ενεργειακά καρτέλ. Την ενίσχυση του παρεμβατικού, προστατευτικού χαρακτήρα του κράτους έναντι των πολυεθνικών και του μεγάλου κεφαλαίου, αλλά και στην αναζωογόνηση της περιφέρειας μέσω του κοινοτισμού και των άμεσων μορφών δημοκρατίας. Ένα μοντέλο που θα θέτει τέλος στην παντοδυναμία του εμπορεύματος, που θα γλιτώσει τον άνθρωπο και τη φύση από την μόλυνση, την εκποίηση στους μηχανισμούς της αγοράς και εν τέλει την υπαρξιακή και την περιβαλλοντική καταστροφή. Μία πρόταση, τέλος, που θα αποκαθιστά τις παραδόσεις της συνεργατικότητας και της αλληλεγγύης, την προτεραιότητα που είχε στην ελληνική κοινωνία η σχέση έναντι της χρήσης, παραδόσεις που έθαψε το μοντέλο του ομφαλοσκόπου καταναλωτή.

Είναι αλήθεια πως για πολλά χρόνια αφήσαμε, άλλος λιγότερο, άλλος περισσότερο, τα πράγματα να βαδίζουν ανεξέλεγκτα προς τον εθνικό, τον κοινωνικό και τον περιβαλλοντικό μηδενισμό. Είναι καιρός λοιπόν να αποπειραθούμε μια αυθεντική ανάταση, που επιτέλους θα υπερκεράσει τα κόμματα της αφασίας και τους λοιπούς κομπάρσους.

Άρδην – Ρήξη

*Το παρόν κείμενο ετοιμάστηκε για να μοιραστεί στην συναυλία

που οργανώνει ο Σκάι για τα δάση.