Ιθαγενείς


2 Σχόλια

Ολίγες Χριστουγεννιάτικες βιβλιοπροτάσεις

Α. Πέτρου Κροπότκιν, Αλληλοβοήθεια, Ένας παράγοντας της εξέλιξης, Εκδόσεις Καστανιώτη.

Ναι, καλά διαβάσατε. Κατά τη γνώμη μου πρόκειται για το καλύτερο βιβλίο του αναρχικού πρίγκηπα, μια συνεργατική ανάγνωση της θεωρίας του Δαρβίνου. Η αλληλοήθεια αποτελεί μια πραγματεία για την φυσική και ιστορική καταγωγή των κοινοτιστικών-συνεργατικών μορφών συλλογικής οργάνωσης ζώων και ανθρώπων. Ένα βιβλίο οίκο-αυτεξουσιότητας, μέσα από το οποίο μπορούμε όλοι να αποκτήσουμε καλύτερη συνείδηση των προοπτικών της συλλογικής μας απελευθέρωσης. Ένα αμιγώς εναλλακτικό βιβλίο το οποίο κινείται έτη φωτός μακριά από τον μηδενισμό και την αυτοκαταστροφή που κυριαρχεί στις μέρες μας.

Β. Γ. Καραμπελιάς (κείμενο-επιμέλεια), Νεο-οθωμανισμός, Εναλλακτικές Εκδόσει. Κείμενα των: Φ. Αποστολόπουλου, Γερ. Καραμπελιά, Χρ. Κροκόβελου, Σπ. Κουτρούλη, Στ. Κωνσταντινίδη, Ο. Μίντσεφ, Θ. Μπατρακούλη, Γ. Ρακκά, Θ. Στοφορόπουλου, Θ. Τζιούμπ. Εναλλακτικές Εκδόσεις (και για να παινέψουμε και το σπίτι μας).

Ένα βιβλίο για τις νεο-αυτοκρατορικές τάσεις που επιδεικνύει η σύγχρονη Τουρκία. Ανάλυση των γεωπολιτικών, πολιτικών και κοινωνικών ελατηρίων του νέου κύματος τουρκικού επεκτατισμού, το οποίο απειλεί λαούς των Βαλκανίων και της Μέσης Ανατολής. Σκιαγράφιση της τουρκικής εξωτερικής και εσωτερικής πολιτικής αλλά και ιδιαίτερη μνεία στον νεο-φαναριωτισμό των ελληνικών αρχουσών τάξεων, που υπό τον μανδύα της ελληνοτουρκικής φιλίας έχουν συμπράξει με τους νεο-οθωμανούς ομολόγούς τους ξεπουλώντας την ανεξαρτησία της χώρας μας. Ο ‘Νεο-οθωμανισμός’ κάνει φύλλο και φτερό της συστηματικής προπαγάνδας όλων των ιδεολογικών μηχανισμών του νεοελληνικού κρατιδίου, των πανεπιστημίων και των ΜΜΕ. Για όποιους δεν θέλουν να καταπίνουν αμάσιτη την συναίνεση στα σχέδια των ελληνικών αφεντικών, των τούρκων επεκτατιστών και των αμερικάνων ιμπεριαλιστών.

Γ. Βαντάνα Σίβα, Η αρπαγή της σοδειάς, Εκδόσεις Εξάρχεια.

Σε όλες τις συζητήσεις που κάνουμε για το κίνημα της απο-ανάπτυξης ένα ερώτημα κυριαρχεί: ‘Μα γίνονται αυτά τα πράγματα;’. Το βιβλίο της Βαντάνα Σίβα αποτελεί μια οριστική απάντηση σ’ αυτό. Μέσα από την εξιστόρηση όλων των σημαντικών αγώνων του ινδικού αγροτικού κινήματος κατά τα τελευταία 25 χρόνια ενάντια στην  αγορά, τα μεταλλαγμένα και την υπονόμευση της βιοποικιλότητας,  την πολιτιστική ισοπέδωση της παγκοσμιοποίησης αντιλαμβάνεται κανείς, ότι για αιώνες οι ινδικές κοινότητες των αγροτών είχαν θέσει σε λειτουργία μιαν οικονομική φιλοσοφία που στέκεται στον αντίποδα της θεολογίας της ανάπτυξης, επινοώντας θαυμαστές πρακτικές που πρόκριναν την οικολογία, την οικονομική ισότητα και την ελευθερία. Η υπεράσπιση αυτής της παράδοσης είναι που καθιστά αυθεντικά αντικαπιταλιστικά και άκρως ριζοσπαστικά τα κινήματα αυτά, δίχως από την άλλη να χάσουν την σχεδόν απόλυτη ηγεμονία που διατηρούν μέσα στην ινδική αγροτιά. Τελειώνοντας αυτό το βιβλίο, για ένα από τα πιο αυθεντικά και πρωτοποριακά κινήματα της παγκόσμιας κοινότητας των αγωνιζόμενων λαών, με θλίψη συνειδητοποιεί κανείς ότι θα πρέπει να επιστρέψει στο ελληνικό κινηματικό παρασιτιλίκι, να συνεχίζει να ανέχεται τους επαναστάτες μπαρόβιους και τους γραφειοκράτες χαρτογιακάδες των φοιτητικών χώρων και του ελληνικού δημοσίου.


Δ. Κώστας Παπαϊωάννου, Για τον Μάρξ και τους Μαρξιστές, Τόμος Ι: Οντολογία και Αλλοτρίωση, Εναλλακτικές Εκδόσεις.

Ένα ακόμα εξαίρετο βιβλίο του μεγάλου Έλληνα φιλοσόφου. Μια καταιγιστική κριτική στον Μαρξ και τους μαρξιστές επιγόνους του. Ο Παπαϊωάννου σ’ αυτόν τον τόμο αποδομεί τον ιστορικό υλισμό υποβάλλοντάς τον σε μια καταιγιστική… μαρξική, θα λέγαμε, κριτική. Μαρξική, διότι αποδομεί ιστορικά, κοινωνιολογικά και ταξικά πολλές από τις ιδεολογικές προκαταλήψεις και τα νοησιαρχικά σχήματα του ίδιου του Μάρξ (ιδιαίτερα του ‘νεαρού Μαρξ’) αλλά και των μαρξιστών επιγόνων του. Διαβάζοντας κανείς το βιβλίο του Παπαϊωάννου, κατανοεί κανείς ότι η ανάδειξη του Μαρξισμού σε μια πασπαρτού ιδεολογία που καθιστά διάφανη κάθε κοινωνική και ιστορική αντίφαση, στο μοναδικό κλεδί που καθιστά διάφανο τούτο τον κόσμο συνιστά κυρίως ένα εγχείρημα των επιγόνων του Μαρξιστών, κι έχει να κάνει πολύ περισσότερο με την ανάγκη για ηγεμονία στο εσωτερικό των κομμουνιστικών κινημάτων που είχαν ορισμένες συνιστώσες του πάρα με την ίδια την πραγματικότητα. Γιατί κακά τα ψέμματα, με την ίδια βεβαιότητα που μπορούμε να αποφανθούμε πως Μαρξ υπήρξε ένας άριστος ανατόμος του καπιταλιστικού συστήματος, συλλαβάνοντας με εξαιρετική διαύγεια την κοινωνική του δυναμική, θα πρέπει να παραδεχτούμε ότι τα φιλοσοφικά του διαβήματα και η γενική του κοινωνική θεωρία συνιστούν τουλάχιστο ατυχείς πλευρές του έργου του. Ο Παπαΐωάννου με τον φιλοσοφικό και τον κοινωνιολογικό του οίστρο, με το τόσο συγκλονιστικό του συγγραφικό πάθος, το αποδεικνύει περίτρανα στο Για τον Μάρξ και τους Μαρξιστές.

Ε. Ανδρέας Σπύρου, Το ελληνικό σχολείο μετά από 20 έτη: Η μαρμαρωμένη πρόοδος και τα παιδιά της, Εκδόσεις Καστανιώτη.


Το ελληνικό σχολείο δεν έχει μόνο προβλήματα μισθοδωσίας των καθηγητών. Ούτε βέβαια αυτό που κυριαρχεί είναι η ‘καταπίεση του σχολικού περιβάλλοντος’, ενάντιον της οποίας βγάζουν αμέτρητους λόγους κάτι κυριλέ απουσιολόγοι ενώπιον της Υπουργού. Το ελληνικό σχολείο στενάζει κάτω από την αποδόμηση του ύστερου καπιταλισμού, ο οποίος έχει ως πρότυπό του τον αμαθή, υπερχρεωμένο και μοναχικό καταναλωτή και γι’ αυτό τσακίζει κάθε μηχανισμό εκπαίδευσης και κοινωνικοποίησης στο διάβα του. Η ‘πρόοδος’ του ελληνικού σχολείου κατά την διάρκεια της μεταπολίτευσης έχει εδώ και πάρα πολλά χρόνια εξοκείλει στην ‘προσαρμογή’ (δηλαδή στην διάλυση) σε αυτά τα πρότυπα. Είναι αυτό που ο Μισεά ονόμασε την ‘εκπαίδευση της αμάθειας’. Ε, λοιπόν, ο Ανδρέας Σπύρου μας προσφέρει την ελληνική εκδοχή αυτής της προβληματικής…

Σκά-τζόχοιρος


1 σχόλιο

Στρατηγικές για την Έξοδο ΙΙ: Εκδήλωση στη Θεσσαλονίκη

To Σάββατο 21/03, στις 18:30, το Άρδην και η Ρήξη διοργανώνουν συζήτηση στη Θεσσαλονίκη, με θέμα «Η εναλλακτική διέξοδος από την κρίση». Εισηγούνται οι Γ. Καραμπελιάς, Γ. Ρακκάς, Γ. Ξένος. Η συζήτηση θα πραγματοποιηθεί στα γραφεία του περιοδικού και της εφημερίδας (Βαλαωρίτου 1 & Δωδεκανήσου)

Σας περιμένουμε!!!


5 Σχόλια

Τα νεοισλαμικά κινήματα αντίστασης

Μετά από την νίκη της Χεζμπολά στον πόλεμο με το Ισραήλ το 2006 και την επιτυχία της αντίστασης της Χαμάς, στην εισβολή του ισραηλινού στρατού την Γάζα, είναι σαφές σε όλη την Δύση, πώς αναδύεται –τουλάχιστον σ’ αυτές τις δυο χώρες– ένα ριζοσπαστικό κομμάτι του ισλαμικού κινήματος, του οποίου τα χαρακτηριστικά είναι ιδιαίτερα και διακρίνονται απ’ όλα τα υπόλοιπα. Επιπρόσθετα, το γεγονός ότι έχουν καταγράψει νίκες και επιτυχίες εναντίον των σιωνιστών, που βρίσκονται στην αιχμή της Νέας Τάξης πραγμάτων καθιστούν την σημασία αυτών των κινημάτων καθοριστική σε παγκόσμιο επίπεδο.

Ας πιάσουμε όμως το νήμα από την αρχή. Πρώτον, σε ό,τι αφορά στη Μέση Ανατολή και εν γένει τον Αραβικό κόσμο, τρία είναι τα πιο ενδιαφέρονται χαρακτηριστικά τούτων των κινημάτων. Πρώτον, το ότι διακρίνονται για τις επιτυχίες τους και την αποτελεσματικότητά τους. Δέυτερον, το ότι αποτελούν ταυτόχρονα φορείς εθνικής απελευθέρωσης των Αράβων, αλλά και μετασχηματισμού του ίδιου του ισλαμικού κινήματος. Και τρίτον, ότι εγκαινιάζουν μία νέα φάση –η οποία σε πολλές τις πτυχές είναι πιο προωθημένη από τις προηγούμενες– στην μακραίωνη, αργόσυρτη διαδικασία της απελευθέρωσης του αραβικού κόσμου από την δυτική επικυριαρχία.

Η αποτελεσματικότητα της Ισλαμικής Αντίστασης

Όπως πολύ καλά γνωρίζουμε, η επανεμφάνιση της ισλαμικής ταυτότητας στην Μέση Ανατολή, προέκυψε σε μία εποχή παρακμής των κύριων εκφραστών του απελευθερωτικού αιτήματος των Αράβων, του εθνικισμού απ’ τη μία, και δευτερευόντως, της Αριστεράς από την άλλη. Οι κύριοι λόγοι της αποτυχίας ήταν δύο. Αφ’ ενός, η ήττα των Αράβων στον πόλεμο του 1967, που σηματοδότησε την αποτυχία τους στον αγώνα έναντι της σιωνιστικής κατοχής –και συνακόλουθα της Δυτικής επικυριαρχίας– στη Μέση Ανατολή. Αφ’ ετέρου, ο καθεστωτικός εκφυλισμός τους, η μεταβολή των πολιτικών φορέων των κινημάτων σε κορεσμένες και διεφθαρμένες ελίτ, που μάλιστα έτειναν χείρα φιλίας και συνδιαλλάσσονταν ανοιχτά με τους αποικιοκράτες και τους σιωνιστές.

Η διάψευση των προσδοκιών τούτων των κινημάτων ήταν αυτή που πυροδότησε μία μαζική στροφή του Αραβικού Κόσμου –και ιδιαίτερα των πληβειακών στρωμάτων– προς το Ισλάμ και τις ισλαμικές οργανώσεις. Και τούτος ήταν ο παράγοντας που μετέστρεψε εντελώς το πρόσημό τους, από μετριοπαθείς, συντηρητικές δυνάμεις, σε ριζοσπαστικούς φορείς της αντίστασης. Έτσι, ενώ κατά την περίοδο της ανόδου των κινημάτων του Αραβικού Εθνικισμού και της Αριστεράς, η αποικιοκρατία είχε άμεσα και έμμεσα, με ποικίλους τρόπους, υποστηρίξει υλικά και πολιτικά τους ισλαμιστές στα πλαίσια της παραδοσιακής, βρετανικής εμπνεύσεως τακτικής του «διαίρει και βασίλευε», από τα μέσα της δεκαετίας του 1970 κι έπειτα, ξεκινά η αντίστροφη διαδικασία., όπου τάσεις στο εσωτερικό του ισλαμισμού τείνουν να αναπτύξουν αντιστασιακά και ριζοσπαστικά χαρακτηριστικά. Σταθμοί σ’ αυτήν την διαδικασία, υπήρξαν η ιρανική επανάσταση του 1979, η αμερικανική κατοχή του Λιβάνου στις αρχές της δεκαετίας του 1980 και η πρώτη Ιντιφάντα στην Παλαιστίνη. Στα πλαίσια αυτά, ιδιαίτερο ρόλο παίζουν οι σίιτες της Περσίας και του Λιβάνου τόσο εξαιτίας της ιρανικής επανάστασης όσο και λόγω των ευρύτερων ριζοσπαστικών και αντιστασιακών τάσεων που χαρακτηρίζουν το σιιτικό ισλάμ[1].

Τα κινήματα της ισλαμικής αντίστασης που καθοδηγούνται από δυνάμεις όπως η Χεζμπολά και η Χαμάς, φέρουν μέσα τους αυτήν την ιστορική διαδικασία, όπου το ισλάμ ήρθε να καλύψει το κενό του Αραβικού εθνικισμού και της Αριστεράς. Γι’ αυτό και απαντούν στα μείζονα αδιέξοδά τους, πραγματοποιώντας ένα βήμα προς τα μπρος σε σχέση με το παρελθόν.

Τα κινήματα αυτά είναι πιο μαζικά και έχουν μεγαλύτερη κοινωνική ευαισθησία από τα προηγούμενα. Τούτο τα καθιστά πιο αποτελεσματικά στο να κινητοποιήσουν τις μάζες στον αγώνα εναντίον της σιωνιστικής κατοχής και της Δυτικής επιβολής. Και η κινητοποίηση των μαζών, η δημιουργικότητα και η φαντασία τους, συνιστά το συγκριτικό τους πλεονέκτημα έναντι του υπερ-τεχνολογικοποιημένου ισραηλινού στρατού, ο παράγοντας εκείνος που εν πολλοίς έχει καθορίσει την επιτυχημένη έκβαση των συγκρούσεων της τελευταίας πενταετίας.

Ο Αραβικός Εθνικισμός και η Αριστερά ήταν φορείς εκσυγχρονιστικών αντιλήψεων και αποζητούσαν τον εκδυτικισμό των αραβικών κοινωνιών και ως εκ τούτου δεν ήταν σε θέση να ενσωματώσουν οργανικά στο εσωτερικό τους τις πλατιές ισλαμικές μάζες της υπαίθρου και το υποπρολεταριάτο των πόλεων. Όλοι αυτοί, ακολουθούσαν μόνο εκ των υστέρων τα κινήματα αυτά, στις μαζικές τους εκφάνσεις και κυρίως σε ό,τι αφορά την πάλη ενάντια στον ιμπεριαλισμό και των σιωνισμό. Στο εσωτερικό των κινημάτων αυτών, η ηγεμονία των μεσαίων και των ανώτερων στρωμάτων, με την κοσμοπολίτικη παιδεία και τα δυτικά ήθη ήταν αδιαμφισβήτητη – και τούτο συνιστούσε έναν παράγοντα όξυνσης του χάσματος μεταξύ της ηγεσίας και της μάζας που ακολουθούσε. Και τούτο, προκαλούσε τόσο μία σχετική αδυναμία κινητοποίησης των μαζών όσο και πολλαπλασίαζε τα κρούσματα του καθεστωτισμού και της διαφθοράς, όταν τα κινήματα αυτά κατελάμβαναν την εξουσία.

Στον αντίποδα, εξαιτίας της θρησκευτικής τους φύσης, το εσωτερικό των κινημάτων της ισλαμικής αντίστασης είναι περισσότερο μετατοπισμένο προς τα πληβειακά και τα λαϊκά στρώματα, κι έτσι το χάσμα μεταξύ της ηγεσίας και της βάσης είναι πολύ μικρότερο. Επιπρόσθετα, οι κοινωνικές ιδιαιτερότητες του ισλάμ (έμφαση στην κοινωνική πρόνοια και την φιλανθρωπία, ανελέητη πάλη ενάντια στα κρούσματα της διαφθοράς κ.ο.κ.) καθιστούν προς το παρόν πολύ δυσκολότερο των καθεστωτικό τους εκφυλισμό. Ας μην ξεχνάμε ότι τόσο στον άκρως μεταπρατικό Λίβανο όσο και στην μαρτυρική Παλαιστίνη, η διαφθορά των πολιτικών ελίτ ήταν ένας μόνιμος παράγοντας που καθήλωνε τους λαούς αυτούς ασφυκτικά στα πλαίσια της Δυτικής επικυριαρχίας.

Η Θεολογία της εθνικής απελευθέρωσης

Ταυτόχρονα, τα κινήματα αυτά, φέρουν στο εσωτερικό τους δυναμικές μετασχηματισμού του ίδιου του Ισλάμ προς πιο εκκοσμικευμένες εκδοχές. Και τούτο, κατά πρώτο λόγο η Χεζμπολλά και κατά δεύτερο η Χαμάς το πράττουν φύσει και θέσει.

Φύσει, διότι τόσο οι Λιβανέζοι όσο και οι Παλαιστίνιοι συνιστούν εκείνο το κομμάτι του Αραβικού κόσμου, που λόγω της προσφυγιάς, της ομογένειας αλλά και της γεωγραφικής θέσης που βρίσκονται οι περιοχές όπου κατοικούν στη Μέση Ανατολή, ήταν πιο ανοικτές στον υπόλοιπο κόσμο και τη Δύση καθώς και στις εκκοσμικευμένες ιδεολογίες. Επιπρόσθετα, τόσο ο Λίβανος όσο και η Παλαιστίνη είναι περιοχές πολυθρησκευτικές και εκ των πραγμάτων οι λαοί είναι πιο ανοιχτοί στην διαφορετικότητα και την αποδοχή του «άλλου». Κατά συνέπεια, ο τρόπος με τον οποίον προσλαμβάνουν το Ισλάμ είναι πολύ λιγότερο απόλυτος απ’ ό,τι, λογουχάρη, οι Ουαχαμπίτες της κλειστής και οπισθοδρομικής Σαουδικής Αραβίας.

Θέσει, διότι ο ρόλος που παίζουν τα κινήματα αυτά είναι ολοένα και πιο κεντρικός στις χώρες τους. Οι επιτυχίες τους έναντι των σιωνιστών, τους έχουν μεταβάλει de facto από εκφραστές των πλατιών μουσουλμανικών μαζών στους πρωταρχικούς παράγοντες των εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων ολόκληρου του Λίβανου και της Παλαιστίνης, από δυνάμεις «για τον εαυτό τους», σε δυνάμεις «ολόκληρης της κοινωνίας». Ταυτόχρονα, οι επιτυχίες τους έχουν πολλαπλασιάσει τις ευθύνες που έχουν αναλάβει: Ας μην ξεχνάμε ότι η Χεζμπολλά συμμετέχει στην κυβέρνηση ενώ η Χαμάς κέρδισε σαρωτικά τις εκλογές του 2006. Άρα διαχειρίζονται θεσμούς που αφορούν το σύνολο των Λιβανέζων και των Παλαιστινίων και όχι μόνο την κοινότητα των μουσουλμάνων πιστών.

Ως εκ τούτων, αμφότερες οι οργανώσεις έχουν ήδη διέλθει από μία φάση έντονης πολιτικοποίησης που σταδιακά αποδυναμώνει το άλλοτε αποκλειστικά κυρίαρχο θρησκευτικό στοιχείο. Και τούτο αντανακλάται ποικιλοτρόπως: Από το γεγονός ότι συνάπτουν συμμαχίες με την Αριστερά (όπως το ΚΚ Λιβάνου ή το Λαϊκό Μέτωπο για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης) ή με άλλες θρησκευτικές κοινότητες (π.χ. τους Μαρωνίτες στο Λίβανο), στο ότι αμφότερες οι οργανώσεις έχουν πλέον κάνει την διάκριση μεταξύ «Εβραϊσμού» και «Σιωνισμού» και υποστηρίζουν ότι μάχονται για την καταστροφή του δεύτερου και όχι του πρώτου, μέχρι το ότι σταδιακά τείνουν να βελτιώνουν σταδιακά τη θέση της γυναίκας στο πλαίσιο των οργανώσεών τους, κρίνοντας από τις γυναίκες που κατεβάζουν υποψηφίους στις εκλογές κ.ο.κ.

Τούτο βέβαια δεν σημαίνει πως οι φραγμοί που σαφέστατα θέτει στους πιστούς η ισλαμική θρησκεία σε μία σειρά ζητημάτων έπαψαν να υφίστανται. Σε αντίθεση όμως με όσα διακηρύττουν οι σιωνιστές, οι νεο-αποικιοκράτες και οι οριενταλιστές, σήμερα, μπροστά στο κολοσσιαίο εγχείρημα της χειραφέτησης από την αποικιοκρατία, όλα αυτά έχουν δευτερεύουσα σημασία. Ή μάλλον, συνιστούν κομμάτι μιας συζήτησης που αφορά ακριβώς το τρίτο κύριο χαρακτηριστικό των κινημάτων αυτών που θα πραγματευτούμε εδώ, του ευρύτερου ρόλου που παίζουν στην διαδικασία από-αποικιοποίησης του Αραβικού κόσμου.

Από-αποικιοποίηση;

Παραπάνω, θίξαμε στις άκρες της την αντίφαση που διαπέρασε όλα τα εθνικοαπελευθερωτικά και αντί-αποικιακά κινήματα της προηγούμενης περιόδου, και που από μία σκοπιά καθόριζε εν τέλει την πορεία τους. Η αντίφαση αυτή συνίστατο στο ότι, ενώ από τη μία αποζητούσαν την οικονομική και πολιτική απεξάρτηση των Αράβων από τη Δύση, ήταν ταυτόχρονα φορείς εκδυτικισμού των αραβικών κοινωνιών. Ενώ δηλαδή μάχονταν υπέρ της πολιτικής και της οικονομικής απο-αποικιοποίησης, επεξέτειναν την πολιτιστική και την πνευματική αποικιοποίηση των Αραβικών λαών, συνιστούσαν δηλαδή ταυτόχρονα μία ρήξη και μία συνέχεια με το αποικιακό παρελθόν. Γιατί, φυσικά, στα πλαίσια αυτών των κινημάτων κυριαρχούσε η αγωνία της χειραφέτησης από τις θρησκευτικές παραδόσεις, οι οποίες εκλαμβάνονταν ως οι κύριες αιτίες της καθυστέρησης των κοινωνιών τους. Έτσι αυτά τα κινήματα επιχειρούσαν να αντιπαρατεθούν στη Δύση χρησιμοποιώντας τα ίδια τα ιδεολογικά «όπλα» των αντιπάλων τους, δηλαδή τις εκσυγχρονιστικές και επαναστατικές ιδεολογίες της Δύσης.

Και όμως όλα τα αντιαποικιακά κινήματα που υπήρξαν επιτυχημένα, όπως της Κίνας ή της Ινδίας επέτυχαν διότι κατόρθωσαν να επιτύχουν μία συνάρθρωση της εγχώριας παράδοσης με τις παγκόσμιες γενικευτικές ιδεολογίες. Αυτό, σε κοινωνίες τόσο έντονα σφραγισμένες από την ισλαμική παράδοση και αντιμέτωπες με τον εβραϊκό φονταμενταλισμό, όπως οι Αραβικές είχε ως προϋπόθεση μια αναγκαία σύνθεση με το Ισλάμ.

Διότι η αλήθεια είναι ότι οι σταυροφορίες ανέκοψαν βίαια την αυτόνομη ιστορική εξέλιξη των Αράβων, αναγκάζοντας τους να αναδιπλωθούν εν είδει πνευματικής αντίστασης στο σκληρό πυρήνα των θρησκευτικών τους παραδόσεων. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ένας ολόκληρος πολιτισμός είδε το δρόμο της φυσιολογικής του εξέλιξης, του εκσυγχρονισμού της δικής του παράδοσης να μπλοκάρεται από την έξωθεν επιβολή. Πρόκειται για ένα κλασσικό ιστορικό πρόβλημα της αποικιοκρατίας, που αφορά στην πολιτιστική ταυτότητα των αποικιοκρατούμενων λαών και που λειτουργεί σε διαφορετικό βαθμό σ’ όλες τις περιοχές όπου ιστορικά εξελίχθηκαν αποικιακά φαινόμενα: Από την Λατινική Αμερική και την Ιθαγενική ταυτότητα, στα καθ’ ημάς και την συνέχεια του Ελληνισμού, στον Αραβικό κόσμο.

Συνεπώς, τόσο το ζήτημα της λεγόμενης «οπισθοδρομικότητας» του μουσουλμανικού κόσμου, όσο και αυτό της χειραφέτησής του από την αποικιοκρατία, θα πρέπει να ιδωθεί από μία διαφορετική σκοπιά. Διότι, είναι σαφές πως η «οπισθοδρομικότητα» των Αράβων αποτελεί ταυτόχρονα ένα πραγματικό φαινόμενο, άμεσο προϊόν της πνευματικής επιβολής των αποικιοκρατών, το οποίο σε δεύτερο χρόνο χρησιμοποιείται αντιστραμμένο ως ένα αποικιοκρατικό ιδεολόγημα, πάνω στο οποίο νομιμοποιούνται όλες οι αποικιακές πρακτικές, από την ανοιχτή κατοχή μέχρι την οικονομική λεηλασία.

Ας μην ξεχνάμε ότι ο Χέρτσλ, πρότεινε την ίδρυση του κράτους του Ισραήλ στην Παλαιστίνη, ως μία «νησίδα πολιτισμού στον ωκεανό της βαρβαρότητας»· ότι οι Αμερικάνοι βρίσκονται στο Ιράκ για να το «εκπολιτίσουν»· κι ότι, τέλος, οι πετρελαϊκές πολυεθνικές, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και η Παγκόσμια Τράπεζα επιβάλλουν την απομύζηση των πόρων και της εργασίας των Αράβων αναμασώντας το ίδιο «εκσυγχρονιστικό» ευαγγέλιο.

Επομένως, οποιαδήποτε αντι-αποικιακό κίνημα πρέπει να αναμετρηθεί ταυτόχρονα, τόσο με τους οικονομικούς και τους πολιτικούς μηχανισμούς της αποικιακής επιβολής, όσο και με τους πολιτιστικούς. Κι άρα, προκειμένου να ολοκληρώσει το εγχείρημά του, θα πρέπει να ξαναπιάσει τον μίτο από το σημείο όπου κόπηκε βίαια απ’ το ξίφος των σταυροφόρων.

Κατά συνέπεια, το γεγονός ότι τα κινήματα αυτά έχουν ως κύριο χαρακτηριστικό τους την «επιστροφής στις ρίζες», μπορεί να ιδωθεί ως μία κίνηση που πραγματοποιεί ταυτόχρονα ένα βήμα πίσω και δύο βήματα εμπρός. Διότι ακριβώς, αυτή η κίνηση ανατρέχει στο «σημείο 0» της αποικιοποίησης και προσπαθεί να την ανατρέψει άρδην.

Επιπρόσθετα, όπως είπαμε πιο πριν, ήδη, το γεγονός ότι τα κινήματα αυτά έχουν αναλάβει κεντρικό ρόλο στον αγώνα των Αραβικών λαών για την χειραφέτησή τους, τους αναγκάζει –είτε το θέλουν, είτε όχι– να εκσυγχρονίσουν την παράδοσή στην οποία αναφέρονται, κι επομένως να προβούν σε μία σύνθεση του παρελθόντος με το παρόν. Και ταυτόχρονα, επειδή ακριβώς αναπτύσσονται σε μία εποχή παγκοσμιοποίησης, έρχονται αναγκαστικά σε επαφή με αντίστοιχα κινήματα από την Ινδία και την Λατινική Αμερική γεγονός που επιτρέπει την αλληλεπίδρασή τους, κι άρα καθιστά εφικτή για πρώτη ίσως φορά μία πραγματική σύνθεση μεταξύ της θρησκευτικής και εθνικής ιδιαιτερότητας με τις παγκόσμιες τάσεις και δυναμικές.

Πρόκειται για μία εξέλιξη με εξαιρετική ιστορική βαρύτητα. Ούτως η άλλως, η κρίση της παγκοσμιοποίησης κυοφορεί μία κολοσσιαία ιστορική ανατροπή: Την μεταφορά του οικονομικού κέντρου βάρους του διεθνούς συστήματος από την Δύση στην Ανατολή, την άρση της απόλυτης διάκρισης μεταξύ κέντρου και περιφέρειας. Σ’ αυτά τα ακριβώς τα πλαίσια ένα κομμάτι του Αραβικού κόσμου, διά μέσω αυτών των κινημάτων, προσπαθεί να αντιστρέψει μια πορεία που ξεκίνησε από τον… 11ο αιώνα.

Βεβαίως, είναι πολύ νωρίς για να ξέρουμε αν θα το πετύχει. Ούτε γνωρίζουμε το τι ακριβώς θα προκύψει από αυτήν την διαδικασία. Γνωρίζουμε όμως, και ήδη αυτό είναι πάρα πολύ, ότι κάτι τέτοιο καθίσταται –ίσως για πρώτη φορά– εφικτό.

Η παγκόσμια Αντίσταση και η Δύση

Βεβαίως, η σημασία των κινημάτων της αντίστασης στον Λίβανο και την Παλαιστίνη ξεπερνάει τα όρια του Αραβικού κόσμου και της Μέσης Ανατολής. Είναι παγκόσμια, με την έννοια ότι επηρεάζει άμεσα όλα τα κινήματα εναντίον της Παγκοσμιοποίησης και της Νέας Τάξης πραγμάτων, ιδιαίτερα δε την κατάσταση στην ίδια την Δύση.

Και τούτο συμβαίνει διότι βρίσκονται στην αιχμή της αμφισβήτησης της παγκοσμιοποίησης και της Νέας τάξης Πραγμάτων, εμπλέκονται στην κυριότερη αντίθεση που καθορίζει την εποχή μας. Η παγκοσμιοποίηση αποτελεί ένα στάδιο όπου η κυριαρχία της Δύσης πάνω στον υπόλοιπο πλανήτη συντελείται παρασιτικά –και ίσως αυτός είναι ο λόγος που μάλλον θα είναι και το τελευταίο στάδιο της απόλυτης κυριαρχίας των δυτικών. Το Κέντρο δεν στηρίζει πλέον την πλανητική του κυριαρχία στην οικονομική πρωτοκαθεδρία έναντι της περιφέρειας, αλλά την εξασφαλίζει πολιτικά και στρατιωτικά. Σ’ αυτά τα πλαίσια, ο έλεγχος των ενεργειακών πηγών του πλανήτη, αλλά και η δυνατότητα των Δυτικών να επιβάλλουν την τάξη και την ασφάλεια στις σημαντικότερες γεωπολιτικές του περιοχές, παίζουν μείζονα ρόλο για την εξασφάλιση της παγκόσμιας ηγεμονίας. Ως εκ τούτου, οι δυνάμεις που αμφισβητούν τόσο τους σχεδιασμούς και την ηγεμονία του Ευρωατλαντικού πόλου (και των σιωνιστών σε ό,τι αφορά στην Μέση Ανατολή) σ’ αυτές τις περιοχές-κλειδιά, καταλήγουν στο να υπονομεύουν συνολικά την παγκόσμια κυριαρχία. Γι’ αυτό, εξάλλου, τόσο τα τεκταινόμενα στον Λίβανο όσο και στην Παλαιστίνη αποτελούν μείζονα ζητήματα για το σύνολο του πλανήτη. Επιπρόσθετα, είναι κοινός τόπος ότι η σιωνιστική κατοχή της Παλαιστίνης δεν μπορεί να επιβιώσει δίχως την διεθνή δράση του εβραϊκού λόμπι. Το λόμπι εργάζεται νυχθημερόν προκειμένου να εξασφαλίσει αφενός ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής αλλά και η Ευρώπη θα συνεχίσουν να στηρίζουν το κράτος του Ισραήλ και ότι αφετέρου η παγκόσμια κοινή γνώμη δεν θα ξεσηκωθεί από τις φρικαλεότητες που διαπράττουν έναντι των Παλαιστίνιων. Όλα αυτά αποτελούν ένα αξεδιάλυτο κουβάρι, που καθιστά το μεσανατολικό παγκόσμιο ζήτημα, στο οποίο σχεδόν όλες οι ελίτ του πλανήτη –και ιδιαίτερα οι Δυτικές– έχουν άμεσα συμφέροντα.

Το να υποστηρίζει κανείς, επομένως, τους Παλαιστινίους και τους Λιβανέζους σήμερα, και ιδιαίτερα στη Δύση, δεν συνιστά μόνο μία πράξη αλληλεγγύης και διεθνισμού. Τούτο είναι το λιγότερο. Επί της ουσίας κάτι τέτοιο συνιστά συμβολή στην αμφισβήτηση της παγκόσμιας ηγεμονίας της Δύσης. Κι έτσι μπορούμε τώρα να καταλάβουμε γιατί είναι τόσο δύσκολο για τους Ευρωπαίους και τους Αμερικανούς να ταχθούν αδιαμφισβήτητα υπέρ του αγώνα του Παλαιστινίων και των Λιβανέζων, δίχως προσκόμματα και αμφισβητήσεις. Πόσο μάλλον όταν και στο εσωτερικό του ευρωπαϊκού κινήματος, τον τελευταίο καιρό έχουν «πάρει κεφάλι» οι δυνάμεις εκείνες που το στρέφουν προς μια «εσωτερικού τύπου» αμφισβήτηση, που διεκδικούν μία «άλλη παγκοσμιοποίηση», με «ανθρώπινο πρόσωπο» κ.ο.κ. Συνεπώς, επομένως, δοσμένης και της καταλυτικής επίδρασης που ασκεί στις Δυτικές κοινωνίες το εβραϊκό λόμπι, δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι το Παλαιστινιακό συνιστά έναν από τους κυριότερους δείκτες στη Δύση, που καθορίζουν το ποιες δυνάμεις τάσσονται σε τελευταία ανάλυση υπέρ και ποιες κατά της Παγκοσμιοποίησης και της Νέας Τάξης Πραγμάτων.

…Και η Ελλάδα

Στην Ελλάδα, τούτα τα κινήματα και ιδιαίτερα το Παλαιστινιακό έχουν πολύ σημαντική επίδραση και για έναν ακόμη λόγο, που αφορά στις ιδιαιτερότητες της χώρας μας.

Είναι γνωστό ότι είμαστε μία παρασιτική χώρα, η οποία απολαμβάνει ένα καταναλωτικό επίπεδο εφάμιλλο της Δύσης και που ταυτόχρονα αποτελεί μία χώρα μικρή, με ανύπαρκτο παραγωγικό ιστό, ισχνά πληθυσμιακά μεγέθη, η οποία επιπροσθέτως βρίσκεται σε μία από τις πιο ασταθείς περιοχές του πλανήτη, στα Βαλκάνια, όντας σταυροδρόμι της Δύσης και της Ανατολής. τούτη η κατάσταση τροφοδοτεί δύο αντιφατικές πραγματικότητες. Γιατί από τη μία, η θέση της χώρας στο διεθνές σύστημα, η γεωπολιτική της θέση αλλά και ο ρόλος της στην ευρύτερη περιοχή, την καθιστούν αδιαμφισβήτητα μια χώρα εξαρτημένη. Από την άλλη, το καταναλωτικό επίπεδο της χώρας, την απομακρύνει –εν είδει ψευδαίσθησης– από τις πραγματικότητες που καθορίζουν την μοίρα της. Μέσα σ’ αυτήν την κατάσταση, κινήματα όπως το Παλαιστινιακό λειτουργούν θετικά, διότι αναγκαστικά μας επαναφέρουν στη γεωγραφία μας και τις γεωπολιτικές πραγματικότητες που μας αντιστοιχούν. Αυτή η παράμετρος, όμως, είναι τόσο σημαντική, που απαιτεί ξεχωριστή, ιδιαίτερη αναφορά….

Σκαντζόχοιρος

[1] Για μια ολοκληρωμένη παρουσίαση της μεταστροφής και των μετασχηματισμών των ισλαμικών κινημάτων, βλέπε Γιώργος Καραμπελιάς, Ισλάμ και Παγκοσμιοποίηση, Η θανάσιμη διελκυστίνδα, Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα 2001.


Σχολιάστε

Παγκοσμιοποίηση και αντιπαγκοσμιοποίηση

Υπάρχει εναλλακτικό πρόταγμα έναντι της παγκοσμιοποιήσης; Αν ναι, ποιο θα μπορούσε να είναι; Τι θέση σ’ αυτό θα έχει η εθνική ταυτότητα και το έθνος-κράτος; Σάμπως θα επιστρέψουμε στον πατροπαράδοτο κεϋνσιανισμό ή μήπως θα προχωρήσουμε αποφασιστικά σε μία μη-καπιταλιστική κοσμοπολίτικη α-εθνία;

Σ’ αυτά τα ερωτήματα απαντούν τα παρακάτω κείμενα από το Άρδην και τη Ρήξη, στην δημοσίευση των οποίων έχουν συμβάλει ποικιλοτρόπως (μετάφραση ή συγγραφή) πολλοί Ιθαγενείς.

Ευκολοχώνευτα!

Κόλιν Χάινς – Τιμ Λάνγκ, Ο νέος προστατευτισμός (Άρδην τ. 8)

Κόλιν Χάινς, Τοπικοποίηση, ένα παγκόσμιο μανιφέστο (Άρδην τ. 59)

Βαντάνα Σίβα,  Μια νέα συνεργασία για την εθνική κυριαρχία (Άρδην τ. 70)

Γ. Καραμπελιάς – Γ. Ρακκάς, Μεταξύ του παγκόσμιου και του τοπικού, το εθνικό (Άρδην τ. 70)

—-

Για ένα πλουραλιστικό μοντέλο παγκόσμιας διακυβέρνησης

Walden Bello*

Υπάρχει επιτακτική ανάγκη για ένα εναλλακτικό σύστημα παγκόσμιας διακυβέρνησης. Διαφωνούμε με την άποψη που υποστηρίζει ότι ο προβληματισμός γύρω από τις εναλλακτικές προτάσεις για ένα μοντέλο παγκόσμιας διακυβέρνησης βρίσκεται σε πρωτόγονο στάδιο. Αντίθετα, νοιώθουμε ότι πολλές από τις αρχές ενός τέτοιο μοντέλου είναι ήδη παρούσες και το ζήτημα είναι να τις συνδέσουμε με τις συγκεκριμένες κοινωνίες δίχως αυτές να απολέσουν τη διαφορετικότητά τους.

Η δουλειά πάνω στην αναζήτηση των εναλλακτικών λύσεων είναι προϊόν συλλογικής προσπάθειας, στην οποία έχουν συνεισφέρει πολλοί άνθρωποι τόσο από τον Βορρά όσο και από τον Νότο του πλανήτη μας. Επιτρέψτε μας να συνθέσουμε τις πτυχές αυτής της συλλογικής εργασίας σε μια ενιαία πρόταση που ονομάζεται “από-παγκοσμιοποίηση”. Ενώ η “από-παγκοσμιοποίηση” μιλάει κυρίως την πραγματικότητα των χωρών του φτωχού Νότου, αφορά σε πολλά σημεία και τις οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες του πλούσιου Βορρά.

Από-παγκοσμιοποίηση

Τι είναι η από-παγκοσμιοποίηση;

Με τον όρο από-παγκοσμιοποίηση δεν εννοούμε την απομόνωση από τη διεθνή οικονομία, αλλά τον αναπροσανατολισμό των οικονομιών μας από την παραγωγή με έμφαση τις εξαγωγές, στην παραγωγή που αφορά την τοπική αγορά.

– Η από-παγκοσμιοποίηση προκρίνει την εξασφάλιση των περισσότερων οικονομικών πόρων από την εσωτερική αγορά και όχι την εξάρτηση από τις εξωτερικές επενδύσεις και από τις διεθνείς αγορές. Επίσης προτείνει:

Την πραγμάτωση των μονίμως αναβαλλόμενων μέτρων για την ανακατανομή του πλούτου και αναδιανομή της γης, προκειμένου να συγκροτηθεί μια ρωμαλέα εσωτερική αγορά που θα αποτελεί την κινητήριο δύναμη της οικονομίας

Tην εγκατάλειψη της λογικής της ανάπτυξης και του γιγαντισμού προς όφελος πολιτικών που συγκρατούν το περιβάλλον από την κατάρρευσή του.

Nα μην εγκαταλείπονται οι στρατηγικές οικονομικές αποφάσεις στα χέρια της αγοράς αλλά να αποτελέσουν αντικείμενο δημοκρατικής επιλογής.

Την υπαγωγή του ιδιωτικού τομέα και του κράτους στον διαρκή έλεγχο της κοινωνίας των πολιτών.

Την δημιουργία ενός δικτύου κοινοτικών, ατομικών και κρατικών επιχειρήσεων που θα εξοβελίζει τη δραστηριότητα των πολυεθνικών επιχειρήσεων.

Την υιοθέτηση της αρχής της αλληλεγγύης στην οικονομική ζωή μέσα από την υπαγωγή της παραγωγής στην κοινότητα και το εθνικό επίπεδο, εάν βέβαια κάτι τέτοιο είναι εφικτό σε συνδυασμό με την προστασία της κοινότητας.

Μιλάμε –εν’ τέλει– για μια στρατηγική που συνειδητά υποκαθιστά την λογική της αγοράς και το κυνήγι της ελαχιστοποίησης του οικονομικού κόστους με τις αξίες της ασφάλειας, της ισότητας και της κοινωνικής αλληλεγγύης. Μιλάμε, για να χρησιμοποιήσουμε τα λόγια του μεγάλου σοσιαλδημοκράτη στοχαστή Κάρλ Πολάνυ, για την υπαγωγή της οικονομίας στον έλεγχο της κοινωνίας και όχι για την δικτατορία της οικονομίας επάνω στις κοινωνίες.

Μια πλουραλιστική παγκόσμια διακυβέρνηση

Η “από-παγκοσμιοποίηση” ή η επαν-ενδυνάμωση του τοπικού και του εθνικού επιπέδου, μπορεί να επιτευχθεί μόνο στα πλαίσια ενός εναλλακτικού συστήματος παγκόσμιας διακυβέρνησης. Ποιές όμως θα είναι οι βασικές αρχές ενός τέτοιου μοντέλου; Πιστεύουμε ότι οι απαντήσεις σ’ αυτήν την ερώτηση περιέχονται στην κριτική μας για την εξέλιξη του κυρίαρχου συστήματος από το Μπρέτον Γούντς στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου, που μιλάει για ένα μονολιθικό παγκόσμιο σύστημα όπου γιγάντιοι υπερεθνικοί οργανισμοί, επιβάλλουν παγκόσμιους κανόνες προς όφελος των πολυεθνικών και συγκεκριμένα των αμερικάνικων πολυεθνικών. Η προσπάθεια να διαμορφώσουμε ένα εναλλακτικό αλλά εξίσου συγκεντρωτικό μοντέλο παγκόσμιας διακυβέρνησης, που θα διαφοροποιείται στις αρχές αλλά όχι στις δομές, μπορεί να αναπαράγει παγίδες που ενυπάρχουν σε δομές τόσο διαφορετικές όσο η IBM, η Παγκόσμια Τράπεζα ή η Σοβιετική Ένωση και αφορούν την αδυναμία αξιοποίησης της διαφορετικότητας. Εν τέλει, η αντίληψη που υποστηρίζει ότι οι ενιαίοι, συγκεντρωτικοί κανόνες είναι αναπόφευκτοι και ότι το μόνο που χρειάζεται είναι να αντικαταστήσουμε τις νεοφιλελεύθερες αρχές τους με σοσιαλδημοκρατικές, είναι απόρροια τεχνοκρατικών, σοσιαλδημοκρατικών ή λενινιστικών οραμάτων για τον κόσμο που αναπαράγουν αυτό που η Αρουντάτι Ρόι αποκαλεί “ροπή προς τον γιγαντισμό”.

Οι σημερινές ανάγκες δεν ανταποκρίνονται στην ανάπτυξη νέων, παγκόσμιων θεσμών αλλά στην αποκέντρωση και την αποσυγκέντρωση της παγκόσμιας εξουσίας των ήδη υφιστάμενων παγκόσμιων οργανισμών, μέσα από τη συγκρότηση ενός πλουραλιστικού συστήματος το οποίο θα περιλαμβάνει οργανισμούς και θεσμούς σε αλληλεξάρτηση, κάτω από ευρείες, ευέλικτες συμφωνίες και ένα κλίμα αμοιβαίας κατανόησης.

Δεν μιλάμε για κάτι εντελώς καινούργιο. Κάτι ανάλογο συνέβαινε με την GATT, κατά την περίοδο 1950-1970. Τότε οι ηγεμονικές δυνάμεις του πλανήτη απείχαν πολύ από το να οργανώσουν τα συμφέροντά τους σε παγκόσμιους, άκαμπτους θεσμούς, πράγμα που έδινε την ευκαιρία σε πολλές χώρες της Ασίας και της Λατινικής Αμερικής να προσεγγίσουν ένα κάποιο επίπεδο ανάπτυξης. Ήταν αυτό το περιορισμένο σε ισχύ, ευέλικτο και περισσότερο ευαίσθητο στις ανάγκες των αναπτυσσόμενων χωρών σύστημα, που έδωσε τις δυνατότητες στις χώρες αυτές να εκβιομηχανιστούν μέσω της κρατικής δραστηριότητας και των βιομηχανικών πολιτικών της, οι οποίες στη συνέχεια εγκαταλείφθηκαν κάτω από την πίεση του Π.Ο.Ε και της ελεύθερης αγοράς.

Φυσικά, δεν προσπαθούμε να πούμε ότι οι διεθνείς οικονομικές σχέσεις πριν την προσπάθεια θεσμοθέτησης μιας παγκόσμιας ελεύθερης αγοράς ήταν ιδανικές, ή ότι τα αποτελέσματα που έφεραν στην αναπτυξιακή πορεία των χωρών του τρίτου κόσμου ήταν θετικά και μόνο. Αντίθετα, είναι γεγονός πως απέτυχαν να ικανοποιήσουν τα οικολογικά, φεμινιστικά και μετά-υλιστικά αιτήματα όλων αυτών των κοινωνιών. Αυτό που θέλουμε να πούμε είναι ότι η παγκόσμια κατάσταση που προηγήθηκε του 1994 αποδεικνύει ότι μια εναλλακτική λύση στην οικονομική «Pax Romana» που χτίστηκε γύρω από την Παγκόσμια Τράπεζα, τον Π.Ο.Ε. και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο δεν αποτελεί επιστροφή σε μια Χομπσιανού τύπου φυσική κατάσταση. Η πραγματικότητα των διεθνών σχέσεων επί τη βάσει ενός μοντέλου που χαρακτηρίζεται από την συνύπαρξη και την αλληλεπίδραση περιφερειακών θεσμών απέχει πολύ από αυτό που η προπαγάνδα παρουσιάζει ως έναν «κακό» και «βίαιο» κόσμο. Φυσικά, ακόμα και σ’ έναν τέτοιο κόσμο είναι εφικτός ο κίνδυνος της ανάληψης μονομερής δράσης από την πλευρά του πιο δυνατού, παρόλα αυτά, είναι σαφές ότι ο κίνδυνος αυτός περιορίζεται από την ισορροπία ανάμεσα σε αντίπαλα στρατόπεδα.

Με άλλα λόγια, οι αναπτυσσόμενες χώρες του τρίτου κόσμου αλλά και η παγκόσμια κοινωνία των πολιτών δεν πρέπει να στοχεύουν στην μεταρρύθμιση του παγκόσμιου οργανισμού εμπορίου και των άλλων υπερεθνικών οργανισμών που προήλθαν από το Μπρέτον Γούντς. Αντίθετα πρέπει να επιδιώκουν, μέσα από έναν συνδυασμό άμεσων και έμμεσων μέτρων, είτε την απαξίωσή τους, είτε την ουδετεροποίησή τους (με το να μετατρέψουν για παράδειγμα το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο σ΄ έναν απλό επιστημονικό οργανισμό που ερευνά την πορεία των διεθνών χρηματοπιστωτικών συναλλαγών) είτε την δραστική μείωση της ισχύος τους με το να τους καταστήσουν ως έναν από τους πολλούς παράγοντες που συνυπάρχουν και ελέγχονται από άλλους διεθνείς οργανισμούς, συμφωνίες και περιφερειακές ενώσεις. Αυτή η στρατηγική περιλαμβάνει την ενίσχυση οργανισμών όπως η UNCTAD και ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εργασίας, την προώθηση πολυμερών περιβαλλοντικών συμφωνιών αλλά και την ενδυνάμωση περιφερειακών οικονομικών ενώσεων όπως η Mercosur στη Λατινική Αμερική, η SAARC στη Νότια Ασία, η SADCC στη Νότια Αφρική και μια αναζωογονημένη ASEAN στη Νοτιοανατολική Ασία, κ.λ.π. Η “ενδυνάμωση” φυσικά πρέπει να προσανατολίζεται σε μια κατεύθυνση με επίκεντρο την ενεργό δράση και συμμετοχή των λαών, προκειμένου να αποφευχθεί η εξέλιξη αυτών των οργανισμών σε αντικείμενο της κυριαρχίας των τοπικών ελίτ.

Πάνω από όλα, όμως, οι αναπτυσσόμενες χώρες και η παγκόσμια κοινωνία των πολιτών πρέπει να παλέψουν για την διαμόρφωση νέων διεθνών και περιφερειακών οργανισμών που θα δημιουργούν τις προϋποθέσεις για την υπαγωγή των κύριων οικονομικών δραστηριοτήτων –παραγωγή, εμπόριο, λήψη αποφάσεων οικονομικού χαρακτήρα– στο τοπικό και το εθνικό επίπεδο. Ο πρωταρχικός ρόλος των διεθνών οργανισμών σ’ έναν κόσμο όπου η αρχή της διαφορετικότητας αποτελεί την βασική αρχή για την οικονομική του οργάνωση θα πρέπει να είναι, όπως και ο Βρετανός φιλόσοφος John Gray επισημαίνει: “Η έκφραση και η προστασία των τοπικών και των εθνικών πολιτισμών μέσα από την ενσωμάτωση των διακριτών πρακτικών τους”.

Περισσότερος χώρος, περισσότερη ευελιξία, περισσότεροι συμβιβασμοί – αυτοί πρέπει να είναι οι στόχοι της ατζέντας των χωρών του Νότου και της παγκόσμιας κοινωνίας των πολιτών για ένα νέο σύστημα παγκόσμιας οικονομικής διακυβέρνησης. Σ’ αυτόν τον περισσότερο ρευστό, λιγότερο οργανωμένο, πλουραλιστικό κόσμο, με πολλαπλούς ελέγχους και ισορροπίες θα βρουν τα έθνη και οι κοινότητες του Βορρά και του Νότου τον χώρο ν’ αναπτυχθούν σύμφωνα με τις αξίες, τους ρυθμούς και τις στρατηγικές της επιλογής τους.

*O συγγραφέας είναι μέλος του δικτύου Focus on the Global South

[Άρδην τ. 44]