Ιθαγενείς


Σχολιάστε

3ήμερο στην Θεσσαλονίκη (21-23/09): Εναλλακτική οικονομία και κοινοτισμός. Απάντηση στην κρίση;

Το Άρδην και η Ρήξη διοργανώνουν τριήμερο εκδηλώσεων, στο στέκι τους Βαλαωρίτου 1 & Δωδεκανήσου στις 21-23/09.

Σκοπός του τριημέρου, είναι να ψηλαφίσουμε τους όρους για ένα εναλλακτικό ελληνικό μοντέλο που θα μας βγάλει έξω από το τέλμα της κρίσης. Ένα τέτοιο μοντέλο, θα πρέπει να διασταυρώνει τρία μεγάλα ρεύματα που απαντώνται τόσο σε όλα τα σύγχρονα κινήματα χειραφέτησης. Πρώτον, την αλληλέγγυα, συνεργατική οικονομία και τον κοινοτισμό. Δεύτερον, την αποκέντρωση, και την έμφαση στη μικρή και μεσαία παραγωγική κλίμακα. Τρίτον, την αποφασιστική αξιοποίηση του πλούτου της ιδιαίτερης πολιτιστικής ταυτότητας του κάθε λαού. Με συνθέσεις προς αυτήν την κατεύθυνση, αναδεικνύεται μια άλλη σχέση με τον λαό και τον τόπο, που υπερβαίνει τα αδιέξοδα της εθνικής υποδούλωσης, της κοινωνικής αποσύνθεσης και της οικολογικής κατάρρευσης που χαρακτηρίζουν την εποχή που ζούμε. Συνέχεια


Σχολιάστε

Πρόγραμμα 8ης Πανελλαδικής συνάντησης της Κ.Π. Άρδην από 16 έως 22 Ιουλίου στο Στόμιο Κισσάβου (Λάρισα)


Πανελλαδική συνάντηση της Κ.Π. Άρδην

Την εβδομάδα 16-22 Ιουλίου 2012, η Κίνηση Πολιτών Άρδην διοργανώνει πανελλαδική συνάντηση στο Στόμιο του Κισσάβου, στη Θεσσαλία.

Αυτή η συνάντηση δεν θα είναι όπως οι προηγούμενες. Εγκαινιάζει τον νέο χαρακτήρα της παρέμβασης που φιλοδοξούμε να κάνουμε στα πολιτικά πράγματα, στο νέο τοπίο που διαμορφώνεται μετά τις εκλογές της 17ης Ιουνίου. Συνέχεια


Σχολιάστε

Monumenta: Μια πολιτιστική ποδηλατοδιαδρομή για τη διάσωση μνημείων

«Τρέχουμε για τα μνημεία» είναι ο τίτλος της πολιτιστικής ποδηλατοδιαδρομής, που διοργανώνει η Αστική Μη Κερδοσκοπική Εταιρεία «Monumenta» αυτή την Κυριακή, με στόχο τη διάσωση του κινηματογράφου «Άστρον» και του κτήματος Δρακοπούλου.

Η διαδρομή θα ξεκινήσει στις 11:30 το πρωί από τον κινηματογράφο «Άστρον» (Κηφισίας 37) και στη συνέχεια δια μέσου των λεωφόρων Αλεξάνδρας και Πατησίων θα καταλήξει στο κτήμα Δρακοπούλου. Συνέχεια


Σχολιάστε

2η Πανελλαδική Συνάντηση Νεολαίας Άρδην -Ρήξη


Η 2η Πανελλαδική Συνάντηση των Ιθαγενών (νέες και νέοι του Άρδην και της Ρήξης) στην Άνω Γατζέα Πηλίου ολοκληρώθηκε, αφήνοντας σε όλους μας μια αισιοδοξία, πως παρά την διάλυση των συλλογικών δομών και οραμάτων, υπάρχουν νέοι και νέες σε όλη την Ελλάδα, που είναι σε θέση να συμβάλλουν καθοριστικά στην ανασυγκρότηση της ελληνικής νεολαίας και κατ’ επέκταση της ελληνικής κοινωνίας.

Σε ένα μαγευτικό φυσικό περιβάλλον περισσότεροι από 70 νέες/οι, συναντήθηκαν, συζήτησαν, διασκέδασαν, μαγείρεψαν και καθάρισαν συλλογικά, δείχνοντας μας πως το στοίχημα της 2ης εναλλακτικής συνάντησης κερδίθηκε. Την ίδια στιγμή που η ελληνική νεολαία αγωνία για τα αδιέξοδα της γενιάς της και επιλέγει τις κονσερβοποιημένες διακοπές των καταναλωτικών παραδείσων, εμείς σε μια αυτοργανωμένη εναλλακτική κατασκήνωση, βρήκαμε ξανά όλες εκείνες τις έννοιες που ο αδηφάγος ανταγωνισμός παλεύει να τις καταργήσει. Κουβεντιάσαμε θέματα που αφορούν εμάς, τους νέους του σχολείου, του πανεπιστημίου και της εργασίας. Θέματα που αφορούν τη μοίρα της χώρας, τη σύνθεση και τις αντιφάσεις της ελληνικής κοινωνίας. Μιλήσαμε για τον τρόπο ζωής μας, το χαρακτήρα και τις πρακτικές της νεανικής αμφισβήτησης, τα παραδείγματα άλλων νεανικών οργανώσεων και ομάδων.

Παράλληλα περιηγηθήκαμε στα μονοπάτια του Πηλίου, ψήσαμε το δικό μας ψωμί στο ξυλόφουρνο του χωριού, καθαρίσαμε όσες γωνιές μπορούσαμε για να κατασκηνώσουμε δίπλα στη φύση. Τραγουδήσαμε σκοπούς που το σύστημα θέλει πεισματικά να τους στείλει στα χρονοντούλαπα της ιστορίας. Δημιουργήσαμε και παίξαμε αυτοσχέδια παράσταση κουκλουθεάτρου και πολλά άλλα.

Σε όλες και όλους μας έμεινε ένα χαμόγελο ικανοποίησης και η αισιοδοξία πως αξίζει το κόπο να συνεχίσουμε, να παλεύουμε για ένα συνθετικό εναλλακτικό όραμα για το τόπο μας. Να συνεχίσουμε με μεγαλύτερη ένταση την προσπάθεια οικοδόμησης μια εναλλακτικής νεανικής κοινότητας βασισμένης στην αλληλεγγύη και τη συνεργασία.

Δεν θα μπορούσαμε τέλος να μην ευχαριστήσουμε το Μουσείο της Ελίας και του Λαδιού και όλους τους κατοίκους της Άνω Γατζέας που πρόθυμα μας δέχτηκαν και μας βοήθησαν στη διοργάνωση του εναλλακτικού Κάμπινγκ.

Καλή μας αντάμωση (στη ΔΕΘ)!!!

περισσότερα από τις αναμνήσεις μας…:

Κάμπινγκ των Ιθαγενών στην Άνω Γατζέα Πηλίου


1 σχόλιο

Εφεύρεση του σιδηροδρόμου

Πισωγύρισμα στο λιθόστρωτο

20081101-Pelion-Railway

Η διαφορά, η οποία, όσο και αν εμφανίζεται βαθμιαία, είναι ουσιαστική, ανάμεσα στα εργαλεία που μπορούν χωρίς πρόβλημα να ικανοποιήσουν τις ανάγκες ή τις επιθυμίες του κόσμου (επιθυμίες από κάτω, «φυσικές», προϊστορικές) και στα εργαλεία που επιβάλλον στους ανθρώπους τον προορισμό που φέρουν εντός τους, είναι μια διαφορά που εξαρτάται από μια άλλη: το εργαλείο θα έχει επινοηθεί από έμπνευση που θα έρθει από τα κάτω, από το χώμα και τη λάσπη, δηλαδή, από τα ποτάμια και τα βουνά, από τις εξεργεμένες μάζες, από τη δίψα και τη πείνα, εν τέλει, από προγενέστερα αιτήματα και δυσκολίες που πρέπει να ξεπεραστούν για να εκπληρωθούν, ή για την παραγωγή του δεν έχει εμφανιστεί μια τέτοια έμπνευση από τα κάτω, αλλά η παραγωγή του ήρθε με την αφηρημένη μίμηση χρήσιμων εφευρέσεων, που σημαίνει μίμηση προγενέστερων επιθυμιών και αναγκών, έτσι το εργαλείο να χρειάζεται, για να επιβληθεί, την ταυτόχρονη κατασκευή των επιθυμιών ή των αναγκών που θα το δικαιολογούν.

Είναι για να το πούμε κάπως χονδρικά, η διαφορά ανάμεσα στο να κάνεις μια τάπα για να βουλώσεις μια τρύπα και στο να κάνεις μια τρύπα για να βάλεις σ’ αυτή τη τάπα. Αυτό ακριβώς ξεχωρίζει την πράξη της εφευρετικότητας από την εφαρμογή της ιδέας. […]

Ο Σιδηρόδρομος, λοιπόν, ήταν μια εφεύρεση αληθινή/ γνήσια, όχι πλέον ως αυτό που είχε προηγηθεί και είχε απαιτηθεί από την ανάπτυξη των σταθμών, των σιδηροδρομικών γραμμών και των βαγονιών, αλλά ως κάτι που η δομή του ήταν μια καινοτομία και μια δημιουργική ανακάλυψη: το στρώμα του χαλικιού, πάνω του οι τραβέρσες, πάνω τους οι σιδηροτροχιές, ένας δρόμος πρακτικώς άφθαρτος από τον χρόνο και την καταπόνηση, με τις στοιχειώδεις φροντίδες μόλις λίγων  φυλάκων, ήταν κάτι αληθινά νέο, κάτι που δεν είχαν ανακαλύψει οι Ρωμαίοι- και που, για να ξεπερνά επιπλέον σε αποτελεσματικότητα και αντοχή τα λιθόστρωτα τους, χαράσσονταν έτσι ώστε να είναι έξω από ταξιδιωτικές διαδρομές, χωρίς καμία σχεδόν ενόχληση για τους κατοίκους των χωριών και των πόλεων.

Συγκρίνετε τον πλακόστρωτο δρόμο με τον αυτοκινητόδρομο, ο οποίος, όσες ανοησίες και αν σας λένε, δεν είναι παρά μια οπισθοδρόμηση προς τον λιθόστρωτο, με όλες τις δυσκολίες του ξαναγεννημένες και επιπλέον πιο εύθραυστος από το λιθόστρωτο των Ρωμαίων και καταδικασμένος να ξαναφτιάχνεται κάθε λίγο και λιγάκι, καθώς φθείρεται από μικρά αυτοκίνητα και φορτηγά.

Συγκρίνετε επίσης το θαύμα της ρυμούλκησης, την αμαξοστοιχία, ικανή να καλύπτει τις πιο τρελές απαιτήσεις σχετικά με ταξίδια ή μεταφορές εμπορευμάτων, με τα απαίσια κομβόι των φορτηγών σε διάφορες βαρετές διαδρομές, ελάχιστα ικανά να δίνουν λύσεις, και με αντίτιμο το τεράστιο κόστος και την εξάντληση των μηχανών τους και άλλα και των εκατοντάδων φορτηγατζήδων, αυτών των άδοξων νυχτερινών ηρώων, για κάτι που ένα εμπορικό τρένο θα αντιμετώπιζε μονομιάς και με τέσσερις μόνον υπαλλήλους.

Ή συγκρίνετε τα δίκτυα των τραμ, που ξηλώθηκαν εδώ και πενήντα περίπου χρόνια επειδή έτσι το θέλησε το κεφάλαιο σε όλες τις ανόητες μεγαλουπόλεις του ανεπτυγμένου κόσμου, με τη νωθρότητα και την ανικανότητα των λεωφορείων, που μουγκρίζουν σαν ανίκανα μαμούθ ανάμεσα στους σηματοδότες (από την ηλιθιότητα και την αρρυθμία των οποίων μας απάλλασσαν τα τραμ) και τα μποτιλιαρίσματα που στην επιδείνωσή τους συμβάλλουν αυτά τα ίδια.

Ή τελικά, συγκρίνετε μεταξύ άλλων την ελευθερία του πολίτη που, καθώς περνάει, ανεβαίνει στο τρένο του, που είναι ολονών (ένα τρένο, φυσικά, ακριβές, άνετο και συχνό όπως μπορούν να είναι όλα τα τρένα, αν δεν έρχονταν να το εμποδίσουν παράξενες επεμβάσεις), και σ’ αυτό απολαμβάνει μια στιγμή από τη θνητή ζωή του όπως οποιαδήποτε άλλη και ίσως λίγο πιο ευχάριστη, συγκρίνετε αυτό με την καταδίκη ενός οδηγού αυτοκινήτου (και, μαζί μ’ αυτόν, όσων τον συνοδεύουν), ο οποίος με πρόσχημα την ατομική του ελευθερία, έχει μετατραπεί σε σοφέρ και μηχανικό, και οι πέντε του αισθήσεις του απασχολούνται διαρκώς από σήματα, διασταυρώσεις, προσπεράσεις, προστριβές, ζώνες και παρκαρίσματα.

Το κείμενο το έχει συντάξει o Agustin Garcia Calvo και είναι απόσπασμα από το βιβλίο «Πόλη και Αυτοκίνητο» (εκδόσεις Νησίδες).

Αξίζει να διαμαρτυρηθούμε για τις ανατιμήσεις στα εισιτήρια, τις περικοπές των δρομολογίων και την επίμονη στήριξη των «συγκοινωνιακών» πολιτικών ελίτ στις πωλήσεις του Αυτοκινήτου.

Αξίζει να θυμηθούμε άλλωστε  και το κείμενο του Σκαντζόχοιρου:

https://ithageneis.wordpress.com/2008/11/11/%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CE%BD-%CF%83%CE%B9%CE%B4%CE%B7%CF%81%CF%8C%CE%B4%CF%81%CE%BF%CE%BC%CE%BF/

Υ.Γ. στη φωτογραφία είναι το Τρενάκι που χρησιμοποιήσαμε  στο Κάμπινγκ μας στην Άνω Γατζέα, για να πάμε στις Μηλιές Πηλίου.

Ντιούη


1 σχόλιο

Μια πραγματικά εναλλακτική συνάντηση

Οι σκηνές λύθηκαν, οι τέντες διπλώθηκαν, οι τουαλέτες και ο κατασκηνωτικός χώρος καθαρίστηκαν. Η 1η Πανελλαδική Συνάντηση των Ιθαγενών (των νέων του Άρδην και της Ρήξης) ολοκληρώθηκε και στα πρόσωπά μας εγκαταστάθηκε ένα χαμόγελο ικανοποίησης. Και τούτο όχι μόνο γιατί τα 50 άτομα που συνολικά έμειναν στην κατασκήνωση, συζήτησαν, γνωρίστηκαν και διασκέδασαν, «πέρασαν καλά» και θα ξαναέρχονταν πολύ ευχαρίστως, αλλά επειδή, σε μια εποχή όπου κυριαρχεί η τυποποίηση, η «παροχή υπηρεσιών» και η κονσέρβα, όπου τα κάμπινγκ των συλλογικοτήτων (ακόμα και των πολιτικών) πέφτουν πολύ εύκολα στην λούμπα του φάστ φουντ και του μπήτς μπαρ, εμείς, λίγο έως πολύ καταφέραμε να κάνουμε μια πραγματικά εναλλακτική συνάντηση. Να πετύχουμε μεγάλο βαθμό αυτοδιαχείρισης, να μαγειρεύουμε και να καθαρίζουμε όλοι μαζί, και να μην περιοριστούμε σ’ ένα ελάχιστο φάσμα δραστηριοτήτων τύπου «συζήτηση-μπάνιο-σουβλάκι και μπύρα». Αντιθέτως. Και τις πεζοπορίες μας τις κάναμε, και περιήγηση στις Μηλιές πραγματοποιήσαμε, όπου ξεναγηθήκαμε στην ιδιαίτερη ιστορία του τόπου, και τα ελαιοτριβεία και τα ελαιοσαπουνοποιία της περιοχής γνωρίσαμε. Και βεβαίως, συζητήσαμε, τόσο για τα φοιτητικά και τα μαθητικά, όσο για την οικολογία, τα κινήματα προστασίας της αστικής και της περιαστικής φύσης, αλλά και για τα μείζονα ζητήματα της ελληνικής κοινωνίας, την πολιτική και την κοινωνική κρίση, την εξάντληση της στρατηγικής των ελίτ, την διαπλοκή του εθνικού ζητήματος με το κοινωνικό, την ανάγκη συγκρότησης ενός προτάγματος που θα συνδυάζει αρμονικά την εθνική ανεξαρτησία, την κοινωνική χειραφέτηση, την οικολογία και την άμεση δημοκρατία.

Και πάνω απ’ όλα, μετά από αυτή την συνάντηση κατανοήσαμε πολύ καλά, τη δυναμική και την γονιμότητα αυθεντικά εναλλακτικών πρωτοβουλιών στους κόλπους της νεολαίας. Εμπεδώσαμε ότι είναι άμεση και μαζική ανάγκη σήμερα, το να προσπαθείς να συναντηθείς έξω από τους αγοραίους όρους που μας επιβάλλει η υπερκαταναλωτική παρασιτική ελληνική κοινωνία, το να κουβεντιάζεις στους καιρούς του ατομικισμού και του λάιφστάιλ για «ντεμοντέ» πράγματα όπως είναι η συλλογικότητα, η μνήμη, η παράδοση¸ ο κοινοτισμός και η αλληλεγγύη.

Αυτός είναι ο λόγος που είπαμε να δώσουμε συνέχεια σ’ αυτές τις συναντήσεις τον χειμώνα, με πρώτη ένα διήμερο κάπου το φθινόπωρο στην Αθήνα (τέλη Οκτώβρη) όπου θα εμβαθύνουμε στις συζητήσεις μας, θα φάμε, θα πιούμε, θα γλεντήσουμε και θα ποδηλατήσουμε!

Ραντεβού, λοιπόν –σαν αργοπορημένοι… σινεμάδες– τον Οκτώβρη!


7 Σχόλια

Ζήτω οι νεκροί!

Σενιόρ,

ας αναποδογυρίσουμε αυτά τα τραπέζια/

ας κόψουμε τα καλώδια/

τούτο το μέρος δεν έχει κανένα νόημα πια…/

τι περιμένουμε, σενιόρ;

Μπόμπ Ντύλαν, Senor (Tales of yankee power)

Η Αθήνα έχει γεμίσει από αυτές τις αφίσες. Δείχνουν έναν τύπο με τα μάτια γυρισμένα ανάποδα –ζόμπι, λέει– που κρατάει έναν λαγό με τη γούνα του βουτηγμένη στο αίμα. Διαφημίζει την πρώτη «χάρντκορ-γκέι-ίμο-ζόμπι ταινία στην ιστορία του κινηματογράφου». Ο τίτλος της, «Otto ή ζήτω οι νεκροί». Το σχετικό δημοσίευμα της Ελευθεροτυπίας είναι κατατοπιστικό για το περιεχόμενο: «Μια ταινία στην οποία ανακατεύονται σχιζοφρενικά το ανιμέισον, η dance αισθητική με αυτή της βουβής ταινίας, σε σκηνές ακραίου αισθητικού σοκ, που φτάνουν μέχρι τις “διεισδύσεις” σε τραύματα». Στο κάτω μέρος τους, μας πληροφορούν ότι μετά το τέλος της ταινίας θα ακολουθήσει πάρτι με ζόμπι στρηπτήζ.

Κανονικά εμάς δεν θα έπρεπε να μας κόφτει. Πρόκειται απλώς περί μίας έκφρασης του λάιφ στάιλ μηδενισμού, της λατρείας του θανάτου. Όμως, η μαζικότητά αυτού του στυλ προβληματίζει. Διότι διατηρεί σοβαρές αναλογίες με την εποχή της πτώσης της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, και μετά από αυτή όλοι ξέρουν το τι επακολούθησε. Διότι, επίσης, θυμίζει όσα περιγράφει ο Δ. Δημητριάδης στο Πεθαίνω σα Χώρα, με τους πολίτες μιας χώρας να οργιάζουν εκστασιασμένοι με το ίδιο τους τον χαμό.

Διότι, τέλος, τούτο το χάπενινγκ αποτελεί έκφραση ενός ευρύτερου φαινομένου μιας μητροπολιτικής νεολαίας που είναι μονωμένη στον εαυτό της, χωρισμένη σε επιμέρους «φυλές» (ήμο, μέταλλα, πάνκηδες, άρ-εν-μπι, γκοθάδες, σκεητάδες, ίντυ, τζιβάδες και σκατάδες) και ξοδεύει την ζωή της καταναλώνοντας ξέφρενα ρόλους, προσωπεία και άκρως εμπορευματοποιημένες ­–προπάντων!– ψευδοταυτότητες.

Ζήτω οι νεκροί, λοιπόν! Ζήτω οι νεκροζώντανοι πιτσιρικάδες της pax metropolitana!

Υ.Γ.: Θέλω να φύγω από ‘δω…

Χάμπτι-Ντάμπτι


Σχολιάστε

Έκκληση προς τους ζωντανούς να παραμείνουν στη σωστή πλευρά του Αχέρωντα

» Αξίζει αλήθεια ν’ανεχθείς το σκυλολόι αυτού του Άδη/

μόνο για να συναντηθείς με τους δικούς σου για ένα βράδι;»

Το φαντασιακό του ξενυχτιού και των καταχρήσεων, βρίθει “αριστερών”, αμφισβητησιακών υπαινιγμών. Αγγίζει τις παρυφές μίας πολιτιστικής εξέγερσης, με ντεμπορική, καταστασιακή χροιά, που αρνείται το καθιερωμένο παράδειγμα του βίου:

Είμαστε οι ανήσυχοι νεκροί, οι εχθροί του ήλιου. Δεν κοιμόμαστε ποτέ, παρά διαγράφουμε κύκλους στην νύχτα και οι αναθυμιάσεις της αλκοόλης μας καταβροχθίζουν. Είμαστε στον αντίποδα της ασφυκτικής ζωής –να δουλεύεις 9 με 5 πενθήμερο, να λιώνεις στον καναπέ και το Σάββατο να συνωστίζεσαι σε κάποιο απρόσωπο, μαζικό μαγαζί. Και φιλοσοφούμε ακατάπαυστα, πάνω στα ξέχυλα φθαρμένα τραπέζια των χαμαιτυπείων μας, πυρπολώντας ανελέητα τα κάστρα της αλλοτρίωσης με λόγια αμείλικτα και τρομερά.

Ουρανομήκεις μαλακίες

Βρισκόμαστε μπροστά σ’ έναν από τους πιο κραταιούς μύθους που με ζέση συντηρεί σήμερα η σπουδάζουσα ή μη “αμβισβητούσα νεολαία” με σκοπό να περάσει καλά. Και περνάει καλά –τι ειρωνεία!– ακριβώς με το να τη σκαπουλάρει από το καθήκον που τη προσδιορίζει ως τέτοια: του να πάει κόντρα υπονομεύοντας το κυρίαρχο ρεύμα της ελληνικής κοινωνίας.

Ας πάρουμε το νήμα από την αρχή. Το φαντασιακό που μόλις σε αδρές γραμμές περιγράψαμε, μπορεί να είχε μια διάσταση αμφισβήτησης σε καιρούς αλλοτινούς, όπου επικρατούσαν πολύ διαφορετικές συνθήκες. Στη Γαλλία του ’50 λογουχάρη, όταν επικρατούσε μία νεκρική σιγή, όταν όλοι είχαν ανασκουμπωθεί στην δουλειά παίρνοντας μια τροχιά ανάπτυξης που οδηγούσε, μακριά από τις μνήμες του Βισύ και του πολέμου, στο καταναλωτικό όνειρο των εκατοντάδων ντεσεβό. Εκεί ναι, τα ντεμπορικά ξενύχτια και οι κρασοκατανύξεις στην αριστερή όχθη του Σηκουάνα εξέφραζαν μια στάση αμφισβήτησης, διότι ακριβώς αποτελούσαν ίδιον μιας περιθωριακής πρωτοπορίας που δια του λόγου και του βίου της άνοιγε δρόμο για την έκρηξη της δεκαετίας του 1960.

Αφήστε που, ο Ντεμπόρ, σε αντίθεση με τους σύγχρονους επίδοξους μιμητές του, μπορεί να έπινε τον άμπακο αλλά την ίδια στιγμή, στον “ελεύθερο του χρόνο” ήταν παραγωγικός φιλόσοφος, έπαιζε στα δάκτυλα όλα τα τέρατα της ευρωπαϊκής σκέψης, ε, και έγραψε και την κοινωνία του θεάματος. Αλλά τούτο έχει να κάνει απλώς με μια ορισμένη μεταμοντερνικότητα που υπαγορεύει την επιδερμικότητα των ταυτοτήτων, των στάσεων και των συμπεριφορών. Ότι δηλαδή στην προκειμένη περίπτωση στυλ του καταραμένου αμφισβητία θα υιοθετηθεί κατ’ επίφαση, περιλαμβάνοντας πολύ κατανάλωση κι αλκοόλ και καθόλου αμφισβήτηση και φιλοσοφία.

Σήμερα τα πράγματα είναι εντελώς διαφορετικά. Εάν κοιτάξει κανείς γύρω του τα Σαββατοκύριακα, οι ιθαγενείς της μίζερης ευρωπαϊκής επαρχίας που ονομάζεται Ελλάδα συνωστίζονται αγεληδόν στα κάθε λογής μαγαζιά, επιδιδόμενοι σε κάθε λογής καταχρήσεων, ξεσκίζοντας τις σάρκες δύσμοιρων ζώων ή συντηρώντας την αυτοκρατορία της αθηναϊκής ζυθοποιίας.

Ο κλάδος της εστίασης και η βιομηχανία της διασκέδασης είναι μια από τις πιο κερδοφόρες επιχειρήσεις πηγή πλουτισμού για εκατοντάδες δεξιά ή αριστερά και αναρχικά αφεντικά. Μπείτε σ’ ένα λεωφορείο. Ακούστε μια παρέα. Οποιασδήποτε φυλής, από “Ήμο” και “Λάικο” μέχρι πάνκηδες και κουλτουριάρηδες. Πολύ συχνά θα περιγράφουν που “σκατώθηκαν” στα ξύδια το Σαββατοκύριακο, πως “τα σπάσανε” καταλήγοντας ημιλυπόθημοι σε κάποιο κρεββάτι ή καναπέ την επόμενη αυγή. Διότι αν το καλοσκεφτεί κανείς, σήμερα, κάθε Παρασκευοσάββατο, οι περισσότεροι “καταστρέφονται” στα εργοστάσια της διασκέδασης, με την ίδια ευλάβεια που άλλοι, άλλοτε ξάπλωναν από τις έντεκα, μετά την βραδινή προσευχή.

Γιατί η ξέφρενη διασκέδαση και οι καταχρήσεις είναι το εθνικό μας “αναλωστήρι”, το κουντούρντισμα μιας κοινωνίας που έχει αντιληφθεί ότι οι αξίες και τα πρότυπά της την έχουν οδηγήσει σε κατακόρυφη πτώση, κι απλώς επιδίδεται σε ασφαλή –αλά Πομπηία– όργια μπας και αποφύγει τον πόνο της πρόσκρουσης. Έτσι λοιπόν το να “το ρίχνεις έξω” όχι μόνον δεν αποτελεί ίδιον μιας αισχρής μειοψηφίας που αμφισβητεί κάποια υποτιθέμενη νυκτερινή νεκρική σιγή, αλλά έχει γίνει και αντικείμενο ζωντανών τηλεοπτικών εκπομπών, όπου πολιτικοί, ηθοποιοί και λοιποί σελέμπριτις, τα δίνουν όλα μπροστά στις κάμερες, για να τους χαζέψουν εκείνοι που έχουν απομείνει μέσα, με την κουβέρτα στα πόδια μπροστά στην τηλεόραση.

Γιατί –όπως και να το κάνουμε– η χρήση είναι ένα θλιβερό υποκατάστατο της σχέσης. Κι επειδή η ανυπαρξία του άλλου δίπλα μας μπλοκάρει οποιαδήποτε δυνατότητα αυτοπραγμάτωσής μας ως “πρόσωπο”, το να βυθιστεί κανείς στην χαύνωση και το υπαρξιακό μηδέν μιας μεγαλοπρεπής σούρας λειτουργεί εν είδει βαρβάρου που συνιστά κάποια λύση.

Και γιατί, τέλος, είμαστε απ’ την κορφή μέχρι τα νύχια αλλοτριωμένοι, ξέρουμε να διασκεδάζουμε μόνο δια της κατανάλωσης, γιατί έχουμε ταυτίσει την ψυχαγωγία αποκλειστικά και μόνον με το ποτό, το ξεκώλωμα για την ακρίβεια με το αλκοόλ.

Τίποτε το “αμφισβητισιακό” επομένως, δεν κρύβεται πίσω από όλα αυτά, παρά μόνο μια πρόφαση, ένα περίτεχνο άλλοθι αφομοίωσης στο αγελαίο και παρακμιακό σπορ του ελληνικού παρασίτου, το ξέφρενο και ασταμάτητο ξεφάντωμα.

Τουναντίον. Τούτο που ολοένα και περισσότερο αντιλαμβάνομαι, είναι ότι οι νύχτες μας έχουν αποικιοποιηθεί από ένα καταστροφικό στυλ διασκέδασης, όπου καταναλώνεις παροξυστικά και αναλώνεσαι εργαλειακά, γυρεύοντας εκ των υστέρων Λόγο και Νόημα, στους μύθους της “υπέρβασης και της αμφισβήτησης τον ορίων”.

Αλλού, παλαιότερα [βλέπε Κάτω τα χέρια απ’ τις νύχτες μας], ο Σκαντζόχοιρος είχε θίξει τις αντικειμενικές συνθήκες της βιομηχανίας της διασκέδασης, το πως το μπαρ λειτουργεί ως εργοστάσιο παραγωγής διαπροσωπικής επικοινωνίας (τη φιλία ή ακόμα και τον έρωτα και το φλερτ), εμπορευματοποιώντας αυτές τις τόσο συστατικές (και άλλοτε ιερές) πτυχές της ατομικής μας ύπαρξης. Εδώ, προσπαθούμε σε αδρές γραμμές να θέσουμε την υποκειμενική διάσταση.

Πρέπει να ολοκληρώσουμε, να εμβαθύνουμε στην ανάλυση αυτών των ζητημάτων. Κι ύστερα να συμφωνήσουμε σ’ ένα μίνιμουμ, συλλογικό πρόγραμμα απο-αποικιοποίησης της νύχτας και της διασκέδασης, που θα διεκδικεί τους δημόσιους χώρους, τις πλατείες και τα πάρκα αλλά και που θα αποκαταστήσει τον αυτοσεβασμό μας, και θα προστατέψει τους εαυτούς μας από το “κάψιμο” των καταχρήσεων και της ξέφρενης κατανάλωσης.

Χάμπτι-Ντάμπτι


8 Σχόλια

Μπαλάντα για έναν λυπημένο χώρο

Άφησε το σαγόνι του να κρεμάσει. Αλλιώς τα θυμόταν τα χρόνια των ψευδαισθήσεων. Ότι τουλάχιστο ήταν ελεύθερα συμβάσεων και συγκαταβάσεων. Ότι, έστω, ο παράγων «αναγκαιότητα» έκοβε βόλτες μακριά, φαντάζοντας μόνο ως ένα σκοτεινό σημείο στο λαμπερό ορίζοντα.

Όχι, λοιπόν. Αυτή τη φορά τα πράγματα ήταν αλλιώς. Αυτή τη φορά έδιναν τον τόνο οι «μεγάλοι», που σήμαινε ότι θα προσπαθούσαν να επενδύσουν την κόπωση και την ματαίωσή τους με τον «ρεαλισμό» και την σύνεση που προκύπτει από την «συσσωρευμένη εμπειρία». Κι ότι αυτή ακριβώς η συνθήκη θα απέκλειε de facto –και πολύ βολικά για ορισμένους– οποιοδήποτε νύξη οραματικής τρέλας, συλλογικής μεγαλομανίας και πολιτικής ακροβασίας. Κοινώς, σ’ αυτήν την φάση η ομήγυρη απαγορεύει άρρητα μα κατηγορηματικά οποιαδήποτε κατασκευή, αναπαραγωγή και κατανάλωση των μικρών εκείνων μύθων, των ζωτικών ψευδών που μας κρατούσαν νέους και ζωντανούς.

Σοβαρότητα και υπευθυνότητα λοιπόν! Λιγότερα συνθήματα –και πιο πολλή δουλειά.

Αρχίδια. Δίχως το κόκκινο στο βάθος τ’ ουρανού, δίχως τον ελαφρύ πυρετό των συλλογικών ψευδαισθήσεων –ότι η συντροφιά μας είναι σκάφος που πλέει προς την Ιθάκη, το απροσέγγιστο νησί του Μπρετόν, την ουτοπία– η ύπαρξή μας θα είναι υποτυπώδης. Θα συντηρείται σε κώμα, με μηχανική υποστήριξη από τις μνήμες που σταδιακά θα ξεθωριάζουν, από προσδοκίες που θα διαψεύδονται μία-μία ή από φόβους που θα επιβεβαιώνονται θεαματικά.

Που σημαίνει ότι η συμβολή μας –όσο καλοπροαίρετη κι αν είναι– θα καταλήξει αναπόφευκτα να λειτουργήσει σαν τον οβολό που προορίζεται για τον βαρκάρη της Αχερουσίας.

Χάμπτι-Ντάμπτι