Ιθαγενείς


Σχολιάστε

Ήρωες και άνθρωποι

«Μπήκαν στην Αθήνα μας μια Κυριακή κι έστησαν αμέσως την πολεμική τους σημαία σ’ έναν ψηλό κοντό, πάνω στα αθάνατα μάρμαρα της Ακρόπολης. Άπειρα μάτια ελληνικά εδάκρυσαν το πρωινό εκείνο, βλέποντας το σύμβολο των Ούννων να λερώνει το μοναδικό μνημείο του πολιτισμού και της λευτεριάς, τον Παρθενώνα. Έτσι εδάκρυσαν και τα δικά μου.» Συνέχεια


5 Σχόλια

Κυριάκος Μάτσης

«Ου περί χρημάτων τον αγώνα ποιούμεθα αλλά περί αρετής»

Ο Κυριάκος Μάτσης γεννήθηκε στο Παλαιχώρι της επαρχίας Λευκωσίας στις 23.1.1926. Μετά την αποφοίτησή του από το δημοτικό σχολείο του χωριού, πηγαίνει στο Γυμνάσιο της Αμμοχώστου, όπου διακρίνεται για την πνευματική και εθνική του δράση. Φοίτησε στη Γεωπονική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, όπου ανέπτυξε μεγάλη δράση και χάρη στα ρητορικά του προσόντα διακήρυττε τις απόψεις του για την Κύπρο. Ο Γεώργιος Παπανδρέου, τον αποκαλεί «αηδόνι της Κύπρου», όταν τον ακούει να μιλά με πάθος για το Κυπριακό σε κάποια φοιτητική εκδήλωση. Το 1956, παρόλο που ήταν ήδη ενταγμένος στον Αγώνα της Ε.Ο.Κ.Α. ιδρύει την Εθνική Φοιτητική Ένωση Κυπρίων Θεσσαλονίκης (Ε.Φ.Ε.Κ.) δείχνοντας την προσπάθεια να προωθήσει τον αγώνα για την ένωση του νησιού με την Ελλάδα σε ολόκληρο τον Ελληνισμό.

Την 1η Απριλίου 1955 αρχίζει ο Εθνικό-απελευθερωτικός Αγώνας της ΕΟΚΑ. Γράφει ο Γεώργιος Γρίβας Διγενής στα απομνημονεύματά του:

«Ο Μάτσης εκ των πρώτων κατετάγη εις την Οργάνωσιν. Στρατιώτης του καθήκοντος, αγνός και τίμιος, υπόδειγμα, εις τους υφισταμένους του εμψυχωτής, εισήλθεν εις τον αγώνα με την φλόγα της αυτοθυσίας και την δίψαν να επιτελέσει έργον μεγάλο».

Με την κατηγορία ότι ανήκει στην ΕΟΚΑ, ο Κυριάκος Μάτσης συλλαμβάνεται από τους Άγγλους αποικιοκράτες στις 9 Ιανουαρίου 1956 και τον αποστέλλουν στα ανακριτήρια της Ομορφίτας. Ο Μάτσης αρνείται να δώσει οποιαδήποτε πληροφορία όσον αφορά την οργάνωση. Τέτοια αξιοπρέπεια και πίστη στον αγώνα δεν την περίμεναν οι στυγνοί ανακριτές. Γι’ αυτό θα τον απομονώσουν και θα υποστεί τα φρικτότερα των βασανιστηρίων: Χτυπήματα, αϋπνία, ηλεκτροσόκ, αδιάλειπτες και επί εικοσιτετραώρου βάσεως ανακρίσεις. Σε καμία όμως περίπτωση η ψυχή του δεν λυγίζει.

Ο Στρατάρχης Χάρντινγκ επιχειρεί να τον εξαγοράσει για να καταδώσει τον Διγενή, με το μυθικό για την εποχή εκείνη ποσό του μισού εκατομμυρίου λιρών. Ο Κυριάκος Μάτσης, όμως, δίνει μάθημα αγωνιστικής αρετής στους βασανιστές του και είχε το θάρρος να βροντοφωνάξει κατάμουτρα στον σκληρό αποικιοκράτη Χάρντινγκ, κτυπώντας τη γροθιά του στο τραπέζι:

«Εξοχότατε, ου περί χρημάτων τον αγώνα ποιούμεθα, αλλά περί αρετής. Λυπούμαι, διότι με έχετε προσβάλει με την πρότασή σας».

Στις 13 Σεπτεμβρίου 1956, ο Κυριάκος Μάτσης δραπετεύει και διορίζεται Τομεάρχης της επαρχίας Κερύνειας. Στις 19 Νοεμβρίου του 1958 ο Μάτσης, ύστερα από προδοσία, βρισκόταν στο καταφύγιό του, περικυκλωμένος από Άγγλους στρατιώτες. Τελευταία πράξη, της αέναης πάλης του Κυριάκου Μάτση ήταν όταν μέσα από το κρησφύγετό του στο Δίκωμο, βροντοφώναξε στη μία και τριάντα το μεσημέρι της 19ης Νοεμβρίου 1958:

«Όχι. Δεν παραδίδομαι. Αν θα βγω, θα βγω πυροβολώντας».

Ήταν έτοιμος για τον θάνατο. Τον είχε προβλέψει στα γράμματά του, τον είχε αναλύσει στους φιλοσοφικούς στοχασμούς του, τον είχε με σιγουριά καταγράψει στο ημερολόγιό του, τον είχε τραγουδήσει. Είχε υπογραμμίσει στο βιβλίο «Σιδηρά Διαθήκη» του Δημητρακοπούλου:

«Έκλεξε όσον ημπορής τον τρόπον του θανάτου σου, ένας ωραίος θάνατος είναι συνήθως η ευγενεστέρα πράξις της ζωής!».

Τρία πράγματα σκέφτηκε να κάνει: να κάψει τα έγγραφα της ΕΟΚΑ, να διώξει τους δύο συντρόφους του και να γεμίσει το όπλο του. Οι Άγγλοι αν και πολύ περισσότεροι φοβήθηκαν και προτίμησαν τη σιγουριά της ρίψης χειροβομβίδων. Ο Μάτσης εκείτετο διαμελισμένος από την έκρηξη της χειροβομβίδας στο μικρό του κρησφύγετο, αλλά η ψυχή του είχε βρει τη θέση της στο πάνθεον των ηρώων.

Έντεκα μήνες πριν από το πέρασμα τού Μάτση στην αθανασία, σε επιστολή προς τους γονείς του, φανερώνει το πώς θα αντιμετώπιζε το τελευταίο προσκλητήριο της πατρίδος:

«Πιστεύουμε ότι κάθε θυσία μας δεν πηγαίνει άδικα και εσείς να είστε περήφανοι για μας. Αν ο καλός Θεός μας επιφυλάσση την λαμπράν τύχη να δώσωμεν την ζωήν μας για την πατρίδα, τότε η χαρά σας πρέπει να είναι απέραντη. Δεν ξέρω αν μπορεί να ονειρευτεί ένας άνθρωπος καλύτερη τύχη από αυτήν. Και δεν μπορώ να σκεφθώ γονείς που να είναι πιο περήφανοι παρά για τα παιδιά τους που έπεσαν για την πατρίδα».

Ο Μάτσης υπήρξε λαμπρός επαναστάτης και πιστός στο σκοπό του Αγώνα που διεξήγαγε, την Απελευθέρωση-Αυτοδιάθεση και ένωση της Κύπρου με την υπόλοιπη Ελλάδα. Πολλοί είναι αυτοί που καταχραστήκανε το όνομά του. Ο θάνατός του δείχνει ότι θυσιάστηκε μόνον δια την Ελλάδαν και την Ένωσιν κι όχι για να χρησιμοποιεί κανείς σήμερα το όνομά του σε μεγαλόστομες διακηρύξεις.

«Να γιατί δεν νοιάζομαι αν τη γη αυτή τη ζουν Τούρκοι, Έλληνες, Εβραίοι… Εκείνο που έχει αξία είναι να τη ζουν αυτοί που την ποτίζουν με τον ιδρώτα τους και να περπατούν πάνω της ελεύθεροι, διαφεντευτώ της, κυρίαρχοί της».

Αυτή η φράση αποτυπώνει χαρακτηριστικά το πώς ήθελε να δει ο αγωνιστής του ΕΟΚΑ, Κυριάκος Μάτσης την Κύπρο. Ελεύθερη για τους ανθρώπους που ζούσαν πάνω της.

Πενταδάκτυλος


2 Σχόλια

…Για το Πολυτεχνείο

Αφίσσα

(κάντε «κλίκ» στην φωτογραφία για να δείτε το κανονικό μέγεθος)

Όταν ακούω κάποτε στα βέβαια αυτιά μου

ήχους παράξενους ψίθυρους μακρινούς

όταν ακούω σάλπιγγες και θούρια

λόγους ατέλειωτους ύμνους και κρότους

όταν ακούω να μιλούν για την ελευθερία

για νόμους ευαγγέλια για μια ζωή με τάξη

όταν ακούω να γελούν

όταν ακούω πάλι να μιλούν εγώ πάντα σωπαίνω.

Μα κάποτε που η κρύα σιωπή θα περιβρέχει τη γη

κάποτε που θα στερέψουν οι άσημες φλυαρίες

κι όλοι τους θα προσμένουνε σίγουρα τη φωνή

θ’ ανοίξω το στόμα μου

θα γεμίσουν οι κήποι με καταρράχτες

στις ίδιες βρώμικες αυλές τα οπλοστάσια

οι νέοι έξαλλοι θ’ ακολουθούν με στίχους χωρίς ύμνους

ούτε υποταγή στην τρομερή εξουσία.

Μ. Κατσαρός

Δείτε επίσης τα κείμενα

Γ. Χατζόπουλος: Για την εξέγερση του Νοέμβρη του 1973

Γ. Καραμπελιάς: Τι πέτυχε η Χούντα;

Γ. Καραμπελιάς: Το νόημα του Πολυτεχνείου σήμερα


2 Σχόλια

Γ. Σεφέρης, Θεόφιλος.

Μιὰ φορὰ κι ἕναν καιρό, καθὼς λένε, ἕνας φούρναρης παράγγειλε σ᾿ ἕνα φτωχὸ ζωγράφο νά τονε ζωγραφίσει τὴν ὥρα ποὺ φούρνιζε ψωμιά. Ὁ ζωγράφος ἄρχισε νὰ δουλεύει, καὶ ὅταν καταπιάστηκε νὰ εἰκονίσει τὸ φουρνιστήρι, ἀντὶ νὰ τὸ φτιάξει ὁριζόντιο, σύμφωνα μὲ τὴν προοπτική, τὸ ἔφτιαξε κάθετο δείχνοντας ὅλο του τὸ πλάτος· ἔπειτα, μὲ τὸν ἴδιο τρόπο, ζωγράφισε πάνω στὸ φουρνιστήρι κι ἕνα καρβέλι. Πέρασε ἕνας ἔξυπνος ἄνθρωπος καὶ τοῦ εἶπε: «Τὸ ψωμὶ ἔτσι ποὺ τὄ ῾βαλες, θὰ πέσει». Ὁ ζωγράφος ἀποκρίθηκε, χωρὶς νὰ σηκώσει τὸ κεφάλι: «Ἔννοια σου· μόνο τὰ ἀληθινὰ ψωμιὰ πέφτουν· τὰ ζωγραφισμένα στέκουνται· ὅλα πρέπει νὰ φαίνουνται στὴ ζωγραφιά!».

Τὸ παραμύθι αὐτὸ μοῦ θυμίζει ἕναν πολὺ μεγάλο τεχνίτη, ποὺ ἐπειδὴ ἀκριβῶς «ὅλα πρέπει νὰ φαίνουνται στὴ ζωγραφιά», ἱστορίζοντας τὴν ἄποψη τοῦ Τολέδου, ἔβγαλε ἀπὸ τὴ μέση μὲ τὸ δικαίωμα τῆς τέχνης του, τὸ νοσοκομεῖο τοῦ Δὸν Χουὰν Ταβέρα καὶ τὸ τοποθέτησε σ᾿ ἕνα χάρτη, Ὁ μεγάλος τεχνίτης, τὸ ξέρετε, εἶναι ὁ Κρητικὸς Δομήνικος Θεοτοκόπουλος, καὶ ὁ ζωγράφος τοῦ παραμυθιοῦ εἶναι ὁ Μυτιληνιὸς Θεόφιλος Γ. Χατζημιχαήλ, «ἄλλοτε ὁπλαρχηγὸς καὶ θυροφύλαξ ἐν Σμύρνῃ».

Ἡ παραβολή μου δὲν εἶναι ἀσέβεια. Γιατὶ ἡ μεγάλη διάκριση δὲν εἶναι ἀνάμεσα στοὺς πολὺ μεγάλους καὶ στοὺς μικρότερους τεχνίτες, ποὺ ξεκινᾶ τὶς περισσότερες φορὲς ἀπὸ μιὰ ἐγκυκλοπαιδικὴ ἢ μιὰ τουριστικὴ διάθεση, ἀλλὰ ἀνάμεσα σ᾿ ἐκείνους ποὺ ἔφεραν ἔστω καὶ μιὰ σταγόνα λάδι στὸ φάρο τῆς τέχνης καὶ σ᾿ ἐκείνους ποὺ ἡ ὕπαρξή τους εἶναι γιὰ τὴν τέχνη ἀδιάφορη. Τὸ πρῶτο ζήτημα δὲν εἶναι ποιὸς εἶναι μεγάλος καὶ ποιὸς εἶναι μικρός, ἀλλὰ ποιὸς κρατάει τὴν τέχνη ζωντανή. Ἕνας ἀπό τους ἐλάχιστους ἀνθρώπους ποὺ βλέπω σὰ μιὰ πηγὴ ζωῆς γιὰ τὴ σύγχρονη ζωγραφική μας εἶναι ὁ Θεόφιλος. Τὰ ψωμιά του δὲν ἔπεσαν, στέκουνται, γιὰ νὰ μεταχειριστῶ τὰ δικά του τὰ λόγια· στέκουνται καὶ θρέφουν.

Γι᾿ αὐτὸ πρέπει νὰ χρωστᾶμε χάρη μεγάλη στοὺς λίγους ἐκείνους, πού, ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμή, εἶχαν τὴν ἀρετὴ νὰ διακρίνουν καὶ ν᾿ ἀφοσιωθοῦν σ᾿ αὐτὸ τὸ καταφρονεμένο ἔργο καὶ νὰ τὸ προστατέψουν ὅσο μποροῦσαν καὶ σ᾿ ἐκείνους ποὺ εἶχαν τὴν πρωτοβουλία νὰ συγκεντρώσουν σ᾿ αὐτὲς τὶς αἴθουσες, γιὰ τὴν πρώτη δημόσια παρουσίασή τους, τὶς καλύτερες ζωγραφιὲς τοῦ Θεόφιλου ἀπὸ ἐκεῖνες ποὺ ὑπάρχουν ἀκόμη στὴν Ἀθήνα· γιατί μιὰ μεγάλη συλλογή, εἶναι, χρόνια τώρα, στὸ Παρίσι. Ἂν οἱ περιστάσεις ἦταν καλύτερες, θὰ εἶχε βρεθεῖ ἀπὸ καιρὸ μιὰ προστατευτικὴ στέγη γιὰ τὴν κληρονομιὰ ποὺ σὲ ὅλους μας ἄφησε ὁ Θεόφιλος. Δὲν ξέρω ἂν εἶναι ὑπερβολικὸ νὰ ἐλπίζει κανεὶς πὼς ἡ ἔκθεση ποὺ ἐγκαινιάζουμε σήμερα θὰ δώσει ἀφορμὴ σὲ κάποια συστηματικὴ προσπάθεια γιὰ νὰ σωθεῖ ὅ,τι ἀπομένει ἀπὸ τὸ μόνιμο κίνδυνο τῆς καταστροφῆς.

Ἀλλὰ ὅ,τι κι ἂν γίνει, ἡ σημερινὴ ἔκθεση εἶναι μιὰ σημαντικὴ στιγμὴ στὰ χρόνια της ζωγραφικῆς μας. Ἐννοῶ τῆς ζωγραφικῆς χωρὶς ἐπίθετο· ὄχι τῆς λαϊκῆς ζωγραφικῆς.

Ὁ Θεόφιλος ἦταν ἕνας λαϊκὸς ἄνθρωπος. Ἕνας τρελὸς στὰ μάτια τοῦ κόσμου, ποὺ τὸν ἄκουε νὰ λέει παράδοξα πράγματα γιὰ τὶς ζωγραφικές του, ἢ τὸν ἔβλεπε νὰ ροβολᾶ τοὺς δρόμους ντυμένος Μεγαλέξαντρος μαζὶ μ᾿ ἕνα κοπάδι χαμίνια ποὺ εἶχε ντύσει «Μακεδόνους». Τὸν περιγελοῦσαν τοῦ ἔκαμαν πολὺ χοντρὰ ἀστεῖα· μιὰ φορὰ τράβηξαν τὴν ἀνεμόσκαλα ὅπου ἦταν ἀνεβασμένος γιὰ τὴ δουλειά του καὶ τὸν ἔριξαν χάμω. Τόσο πολὺ μᾶς ἐνοχλοῦν οἱ ἄνθρωποι ποὺ δὲ μᾶς μοιάζουν. Ὅμως, ὁ περιπλανώμενος αὐτὸς ζωγράφος καταναλώθηκε ὁλόκληρος, σὰν ἕνας αὐθεντικὸς τεχνίτης, στὸ δημιούργημά του. Καὶ τὸ δημιούργημά του εἶναι ἕνα ζωγραφικὸ γεγονὸς γιὰ τὴν Ἑλλάδα. Θέλω νὰ πῶ ἕνα γεγονὸς ποὺ δὲ διδάσκει λαογραφικά. ὅπως θὰ εἴχαμε τὴν τάση νὰ φανταστοῦμε, κοιτάζοντας τὶς φουστανέλες, τὶς βλάχες ἢ τὶς μορφὲς τοῦ λαϊκοῦ εἰκονοστασίου ποὺ ἀναπαρασταίνει, ἢ ἀκόμη παρατηρώντας τὶς ἐπιφανειακὲς τεχνικὲς ἀδυναμίες του, τὴν ἔλλειψη «σχολῆς» ἢ τὸν «πριμιτιβισμό» του, ὅπως θὰ ἔλεγαν. Ἀλλὰ εἶναι ἕνα γεγονὸς ποὺ διδάσκει ζωγραφικά, ποὺ βοηθεῖ καὶ φωτίζει ὅποιον ἔχει μίαν ἐπαρκῆ ὀπτικὴ συνείδηση, ἔστω κι ἂν βγαίνει ἀπὸ τὰ πιὸ φημισμένα ἐργαστήρια τῆς Εὐρώπης. Ὕστερα ἀπὸ τὸν Θεόφιλο δὲ βλέπουμε πιὰ μὲ τὸν ἴδιο τρόπο· αὐτὸ εἶναι τὸ σπουδαῖο καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ πράγμα ποὺ δὲ μᾶς ἔφεραν τόσοι περιώνυμοι μαντατοφόροι μεγάλων ἀκαδημιῶν.

Ὁ Θεόφιλος μᾶς ἔδωσε ἕνα καινούριο μάτι· ἔπλυνε τὴν ὅρασή μας ὅπως αὐγάζει ὁ οὐρανός, καὶ τὰ σπίτια, καὶ τὸ κόκκινο χῶμα, καὶ τὸ παραμικρὸ φυλλαράκι τῶν θάμνων, ὕστερα ἀπὸ τὴν κάθαρση ἑνὸς ἀπόβροχου· κάτι ἀπὸ αὐτὸν τὸν παλμὸ τῆς δροσιᾶς. Μπορεῖ νὰ μὴν εἶναι δεξιοτέχνης, μπορεῖ ἡ ἀμάθειά του σὲ τέτοια πράγματα νὰ εἶναι μεγάλη. Ὅμως αὐτὸ τὸ τόσο σπάνιο, τὸ ἀκατόρθωτο πρὶν ἀπ᾿ αὐτὸν γιὰ τὸ ἑλληνικὸ τοπίο: μιὰ στιγμὴ χρώματος καὶ ἀέρα, σταματημένη ἐκεῖ μ᾿ ὅλη τὴν ἐσωτερικὴ ζωντάνια της καὶ τὴν ἀκτινοβολία τῆς κίνησής της· αὐτὸ τὸν ποιητικὸ ρυθμὸ πῶς νὰ τὸν πῶ ἀλλιῶς ποὺ συνδέει, τὰ ἀσύνδετα, συγκρατεῖ τὰ σκορπισμένα καὶ ἀνασταίνει τὰ φθαρτά· αὐτὴ τὴν ἀνθρώπινη ἀνάσα ποὺ ἔμεινε σ᾿ ἕνα ρωμαλέο δέντρο, σ᾿ ἕνα κρυμμένο ἄνθος ἢ στὸ χορὸ μιᾶς φορεσιᾶς· αὐτὰ τὰ πράγματα ποὺ τ᾿ ἀποζητούσαμε τόσο πολύ, γιατί μας ἔλειψαν τόσο πολύ· αὐτὴ τὴ χάρη μᾶς ἔδωσε ὁ Θεόφιλος· κι αὐτὸ δὲν εἶναι λαογραφία.

Συλλογίζομαι πὼς μιλῶ ἴσως ἄσκημα· πὼς ἡ συγκίνησή μου μπορεῖ νὰ νομιστεῖ ἀκρισία. Καὶ ὅμως εἶναι μιὰ συγκίνηση ποὺ προσπαθῶ νὰ ἐλέγξω ἐδῶ καὶ δεκατρία χρόνια, ἀπὸ τὴν παλιὰ ἐποχὴ ποὺ ὁ Ἀντρέας Ἐμπειρίκος μοῦ ἔδειξε, μὲ ἄπειρη εὐλάβεια, ζωγραφιὲς τοῦ Θεόφιλου. Ἀπὸ τότε, κάθε καινούριο ἀντίκρισμα ἦταν σὰν ἐκείνη τὴν πρώτη φορά, κάτι σὰ νὰ ἔπεσε ὁ τοῖχος μιᾶς πληχτικῆς κάμαρας· αὐτῆς τῆς τόσο καταθλιπτικῆς ζωγραφικῆς ποὺ τόσο συχνὰ καὶ μὲ τόση εὐκολία ἐπιτυχαίνουμε ἀπὸ τὰ χρόνια τῆς Παλιγγενεσίας. Ἡ ἴδια συγκίνηση, ὅπως ὅταν πρωτοδιάβασα τὰ Ἀπομνημονεύματα τοῦ Μακρυγιάννη.

Δὲν ἔχω διόλου τὴν ἐπιθυμία νὰ μειώσω τοὺς μορφωμένους μὲ τοὺς ἀμόρφωτους, μήτε νὰ ὑποστηρίξω πὼς ἡ ἄσκηση καὶ ἡ μάθηση εἶναι πράγμα βλαβερό. Ὅπως τόσοι ἄλλοι φίλοι του ζωγράφου μας, πολὺ πιὸ ἱκανοὶ καὶ πιὸ ἁρμόδιοι σ᾿ αὐτὰ τὰ θέματα ἀπὸ ἐμένα, τὸ ἀντίθετο πιστεύω. Γιατί μόρφωση καὶ μάθηση εἶναι ἄσκηση τῆς ζωῆς καὶ ἡ ἄσκηση τῆς ζωῆς ἔχει πολλὰ νὰ κερδίσει ἀπὸ ἀνθρώπους σὰν τὸν Θεόφιλο ποὺ βρῆκαν τὸ δρόμο τους ψηλαφώντας, μόνοι μέσα στὰ σκοτεινὰ μονοπάτια μιᾶς πολὺ καλλιεργημένης, καθὼς νομίζω, ὁμαδικῆς ψυχῆς ὅπως εἶναι ἡ ψυχὴ τοῦ λαοῦ μας. Ἔχει πολλὰ νὰ κερδίσει· καὶ πρὶν ἀπ᾿ ὅλα νὰ μάθει πὼς νὰ φυλάγεται ἀπὸ τὴ μισὴ μόρφωση καὶ ἀπὸ τὴ μισὴ μάθηση ποὺ καταντᾶ στρέβλωση καὶ νάρκη. Ἀπὸ τὴν ἄποψη αὐτὴ θὰ μοῦ ἦταν πολὺ δύσκολο νὰ παραδεχτῶ πὼς εἶναι ἀμόρφωτος ὁ Θεόφιλος, μήτε κἂν εἶναι φαινόμενο ἐξαιρετικό. Σὲ τέτοια συμπεράσματα μᾶς ὁδηγεῖ, τουλάχιστο καθὼς πιστεύω ἡ τόσο ἰδιότροπη διαμόρφωση τῆς ἑλληνικῆς ἔκφρασης. Ἕνα λαϊκὸ τραγούδι λ.χ. ποὺ κυκλοφορεῖ στὰ στόματα «τῶν θεραπαινίδων», ὅπως ἔλεγαν, ὁ Ἐρωτόκριτος, γίνεται ἀγκωνάρι στὴν ποιητικὴ δημιουργία τοῦ Σολωμοῦ, ἑνὸς ἀπὸ τοὺς πιὸ καλλιεργημένους ἀνθρώπους τῆς Εὐρώπης. Καὶ τὰ δυὸ σημαντικότερα μνημεῖα τοῦ ἑλληνικοῦ πεζοῦ λόγου εἶναι, τὸ ἕνα ἡ Γυναίκα τῆς Ζάκυθος αὐτοῦ τοῦ ἄρχοντα τῆς μόρφωσης, τὸ ἄλλο τὰ Ἀπομνημονεύματα τοῦ «πώποτε μὴ ἀναγνώσαντος» Μακρυγιάννη. Στὴ ζωγραφική, κάποτε φανερώνεται ἕνας νοῦς, ὅπως ὁ Θεοτοκόπουλος, ποὺ μπορεῖ νὰ ὑποστηρίξει τὴν τέχνη του μπροστὰ στὸ μεγάλο ἱεροεξεταστή, καὶ κάποτε ἕνας Θεόφιλος, ὁ ἀλλόκοτος φουστανελᾶς, ποὺ γυρίζει στὰ χωριὰ τοῦ Πηλίου καὶ τῆς Μυτιλήνης, μὲ τὰ πινέλα στὸ σελάχι του, καὶ οἱ γυναῖκες τόνε φωνάζουν τρελὸ καὶ «ἀχμάκη».

Θεόφιλος: «O Γεώργιος Καραϊσκάκης καταδιώκων τον Ρεσίτ πασά ή Κουταχή εν
ξυφήρης το 1826»

Ἡ ἑλληνικὴ πνευματικὴ κληρονομιὰ εἶναι τόσο μεγάλη ποὺ ἀλήθεια δὲν ξέρει κανεὶς ποιοὺς μπορεῖ νὰ διαλέξει γιὰ νὰ πραγματοποιήσει τὶς βουλές της. Εἶναι στιγμὲς ποὺ τὴν κρατοῦν στὰ χέρια τοὺς οἱ πιὸ φημισμένοι ἄνθρωποι ποὺ ἀκούστηκαν ποτὲ στὸν κόσμο, καὶ εἶναι στιγμὲς ποὺ πάει καὶ φωλιάζει ἀνάμεσα στοὺς ἀνώνυμους, περιμένοντας νὰ φανερωθοῦν ξανὰ οἱ ἄρχοντες ἐπώνυμοι. Εἶναι σπουδαῖο τὰ δίδαγμα ποὺ ἀντλεῖ κανεὶς ὅταν λάβει τὸν κόπο νὰ κοιτάξει αὐτὴ τὴν ἀτέλειωτη περιπέτεια. Τὸ δημοτικὸ τραγούδι νὰ φωτίζει τὸν Ὅμηρο καὶ ὁ Αἰσχύλος νὰ συμπληρώνεται ἀπὸ τὸ δημοτικὸ τραγούδι, στὴν εὐαισθησία ἑνὸς καὶ τοῦ ἴδιου ἀνθρώπου, δὲν εἶναι λίγο πράγμα κι αὐτὸ μόνο στὴν Ἑλλάδα μπορεῖ νὰ γίνει. Μιλῶ νωρὶς ὑπεροψία, γιατί δὲν ξεχνῶ πὼς μόνο στὴν Ἑλλάδα μποροῦν νὰ γίνουν ἀκόμη τὰ πιὸ ἀπίστευτα παραστρατήματα.

Ὕστερα ἀπὸ τὴ διευκρίνηση αὐτή, μποροῦμε νὰ συλλογιστοῦμε μὲ περισσότερη ἄνεση τὸ λαϊκὸ ἄνθρωπο τὸν Θεόφιλο. Δὲν εἶναι ἡ στιγμὴ ν᾿ ἀνιστορήσω τὴ ζωή του. Ὅμως δὲ θὰ ἤθελα νὰ τελειώσω προτοῦ θυμηθῶ, ἴσως τὸ πιὸ πολύτιμο πράγμα ποὺ εἶχε τὴ μικρὴ κασέλα ὅπου φύλαγε τὰ σύνεργα τῆς δουλειᾶς του καὶ τὰ βιβλία του. Εἶναι ἕνα ξύλινο μπαουλάκι ζωγραφισμένο ὁλόκληρο μὲ τὸ χέρι του, ἡ Ἰφιγένεια ἐν Αὐλίδι, ὁ Διάκος, ὁ Μπότσαρης, ὁ Γρίβας, καὶ τὰ καταπληκτικὰ λουλούδια αὐτοῦ τοῦ κηπουροῦ τῆς λεβεντιᾶς καὶ τοῦ ἔρωτα, τὸ στολίζουν. Ὁ φίλος ποὺ τὸ ἔσωσε τὸ διατηρεῖ πὼς βρέθηκε, πλάι στὸ ζωγράφο νεκρό, τὴν παραμονὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τοῦ 1934. Ὅταν τ᾿ ἀνοίξεις, τὰ ἴχνη τῆς ζωῆς ἑνὸς μεγάλου ἄνθρωπου, θέλω νὰ πῶ ἑνὸς ὁλόκληρου ἄνθρωπου, φανερώνουνται συγκλονιστικά. Αἰσθάνεσαι τὴν παρουσία μιᾶς ὕπαρξης ποὺ τίποτε δὲν πῆγε γι᾿ αὐτὴν χαμένο ἕνα τόσο σπάνιο πράγμα. Ἀκόμη καὶ τὰ πιὸ εὐτελῆ ἀντικείμενα, τὰ πιὸ ἐφήμερα, ἐκεῖνα ποὺ εἶναι φτιαγμένα γιὰ νὰ μείνουν μόνο λίγες στιγμὲς κοντά μας, ἢ ἄλλα ποὺ προορίζονται γιὰ νὰ διασκεδάσουν τὸ μεράκι μιᾶς ζωῆς ποὺ δὲ γυρεύει τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ λησμονήσει τὸν ἑαυτό της, τῆς ζωῆς τῶν ἁπλῶν ἀνθρώπων ἢ τῶν παιδιῶν φιορόχαρτα ποὺ στροβιλίζει ὁ ἄνεμος στὰ σοκάκια μιᾶς ἐπαρχίας ὅπου πέρασε μιὰ Ἀποκριά, μιὰ Λαμπρή, ἢ ἕνα πανηγύρι· εἶναι ἐκεῖ γιὰ νὰ σοῦ δείξουν ἀπὸ τί μικροπράγματα μπορεῖ νὰ ξεκινήσει ἡ δύναμη τῆς γοητείας ἑνὸς τεχνίτη. Τὰ βιβλία του; φυλλάδες τῆς δεκάρας, ἢ σχολικὰ βιβλία, τριμμένα, γιὰ τὴ ζωὴ τῶν ἀρχαίων, βίοι ἁγίων, ἡ Ὀχτώηχος, ὁ Ἐρωτόκριτος, ὁ Παπουτσωμένος Γάτος καὶ ἡ Κοκκινοσκουφίτσα, ἄσματα ἡρωικά, ἄσματα ἐρωτικὰ κοντὰ στὰ βιβλία καὶ ἡ πινακοθήκη του: εἰκονογραφημένα δελτάρια, φτηνὲς χρωμολιθονραφίες, χαλκομανίες, μαζεμένες ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τῆς νιότης του ποὺ ἦταν καβάσης τοῦ Ἑλληνικοῦ Προξενείου στὴ Σμύρνη: ἀρειμάνιοι ἄντρες, ὡραῖες γυναῖκες σὰν ἐκεῖνες ποὺ βλέπαμε ἄλλοτε στὰ ὀργανέτα, ναυμαχίες τοῦ ρωσοϊαπωνικοῦ πολέμου, ὑποδοχὲς τοῦ Μεγάλου Μογγόλου, ζευγάρια τοῦ παλιοῦ αἰσθηματισμοῦ· μαζὶ μ᾿ αὐτὰ τὸ σημειωματάριό του· ἕνα χοντρὸ δεφτέρι ἀπὸ στρατσόχαρτο, ὅπου ἀντιγράφει, ἀπὸ βιβλία καὶ ἐφημερίδες, ἀπόψεις ἀρχαίων πόλεων καὶ μνημείων, ἀγάλματα θεῶν, μάχες τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου καὶ ἄπειρες προτομὲς παλαιῶν καὶ σύγχρονων ἡρώων.

Αὐτὰ ἦταν τὰ μουσεῖα ποὺ εἶδε ὁ Θεόφιλος καὶ ἀπὸ αὐτὰ προσπάθησε νὰ μάθει ὅ,τι ἔμαθε, θὰ ἔλεγαν. Δὲν ὑπάρξει ἀμφιβολία, ὁ Θεόφιλος ξεκινᾶ κάποτε ἀπὸ αὐτὰ τὰ μικροπράγματα. Ὅμως θὰ ἦταν μεγάλο τὸ λάθος ἂν πιστεύαμε ὅτι αὐτὴ ἡ βιομηχανία εἶναι ἡ οὐσία τῆς ζωγραφικῆς του. Ὅποιος δημιουργὸς δὲν ξεκίνησε ἀπὸ μικροπράγματα ἂς ρίξει πρῶτος τὴν πέτρα, θυμοῦμαι τὸν Yeats:

Οἱ μαστορεμένες τοῦτες εἰκόνες γιατί εἶναι ὁλόκληρες
σὲ ἄδολο νοῦ βλαστήσανε, ἀλλὰ ποῦθ᾿ ἔχουνε ξεκινήσει:
Ἀπὸ τὰ σωριασμένα σκύβαλα ἢ τὰ σαρίδια ἑνὸς δρόμου…

Ἕνας ἀπὸ τοὺς καλύτερους νέους ζωγράφους μας μοῦ ἔλεγε τὸ αἴσθημα ποὺ εἶχε ὅταν πρωτόειδε ἔργα τοῦ Θεόφιλου: «Μὰ αὐτὸς μᾶς γυρεύει πάρα πολλά· γυρεύει νὰ λέμε ὅλη τὴν ἀλήθεια» συλλογίστηκε. Καὶ ἡ ἀλήθεια ἡ ὁλόκληρη ποὺ μᾶς δίνει ὁ Θεόφιλος εἶναι o ὁλοζώντανος κόσμος του, ἕνας ζωγραφικὸς κόσμος χωρὶς τεχνάσματα καὶ χωρὶς ὑπεκφυγές, ὁποὺ τὰ πράγματα δὲν πέφτουν, ὅπως πέφτουν τὰ ἀληθινὰ ψωμιά. Εἶναι ἡ καταπληκτικὴ δύναμη ποὺ ἔχει νὰ μεταμορφώνει, σύμφωνα μὲ τὸ ρυθμό του, ὅ,τι ἀγγίξει. Κυριεμένος ἀπὸ τὸ πάθος τῆς ἔκφρασης, ἀπορροφᾶ καὶ παράγει ζωγραφικὴ ὅπου τὴ βρεῖ καὶ ὅπως μπορεῖ. Ἔτσι ζωγραφίζει ὡς τὸ τέλος τῆς ζωῆς του σὲ ὅποιαν ἐπιφάνεια πετύχει: ξύλα, πανιά, τενεκέδες, παλιόχαρτα, τοίχους μαγαζιῶν ἢ σπιτιῶν. Αὐτὰ τοῦ ἔδωσε ὁ Θεὸς καὶ μ᾿ αὐτὰ δημιούργησε ὁ μικρόσωμος αὐτὸς ἄνθρωπος, αὐτὸς ὁ ἀλαφροΐσκιωτος, ὅπως τὸν βλέπω σὲ μιὰ παλιά του φωτογραφία. Ὁ Θεόφιλος ἔπαιρνε κάποτε τὶς φιγοῦρες του ἀπὸ λιθογραφίες ἢ ἀπὸ δελτάρια. Τὸ ἔκανε καὶ ἦταν ἴσως ἕνας ἐμπειρικὸς τρόπος γιὰ ν᾿ ἀκουμπήσει κάπου τὸ λογικό μου καὶ νὰ ἀπελευθερώσει τὸ δαιμόνιο ποὺ εἶχε μέσα του. Ἀλλὰ καὶ ὁ Βιντσέντζος Κορνάρος ἐπῆρε τὶς φιγοῦρες τοῦ ποιήματός του ἀπὸ ἕνα γαλλικὸ ρομάντσο τῆς Ἱπποσύνης, ποὺ ἦταν κι αὐτὸ ἕνα εἶδος χρωμολιθογραφίας τῆς ἐποχῆς. Τέτοια πράγματα ἔγιναν πολλὲς φορές. Ἀλλὰ ἐκεῖνο ποὺ δὲ γίνεται πολλὲς φορὲς εἶναι ὁ Ἐρωτόκριτος ἢ τὸ φῶς τοῦ Θεόφιλου, ποὺ μένει ἐκεῖ ὅπως στὴν πρώτη μέρα τῆς δημιουργίας.

«Δοκιμές», Φέξης, 1962

«Δοκιμές», Φέξης, 1962

Υστερόγραφο:

Σε καιρούς όπου στην Ελλάδα κυριαρχεί καταθλιπτικά το τοξικό καπιταλιστικό φαντασιακό, όπου η ευημερία καταμετράται με την κατά κεφαλήν κατανάλωση μπιφτεκιών, όπου τα πάντα (αξίες, ταυτότητες, η εθνική και η ταξική αξιοπρέπεια, η μνήμη κ.ο.κ.) ξεπουλιούνται κοψοχρονιά για να πιάσουμε αυτήν ακριβώς την παγκοσμιοποιημένη νόρμα της ευημερίας, η στροφή προς την πνευματική μας κληρονομιά δεν μας δίνει μοναχά το απαραίτητο μέτρο για να διακρίνουμε την έκταση της αλλοτρίωσης που προκάλεσε η αποικιοποίησή της συνείδησής μας.

Μας δίνει και παράδειγμα, διασώζοντας την δική μας, ιθαγενική εκδοχή των μη-χρησιμοθηρικών, δημιουργικών και ουμανιστικών αξιών –υλικά απαραίτητα για να συνθέσουμε μία πρόταση διεξόδου από την μιζέρια, την ισοπέδωση και την κατάντια στην οποία έχουμε βυθιστεί ως μία φαιδρή επαρχία του κλυδωνιζόμενου, παγκοσμιοποιημένου ιμπέριουμ.

Όλα αυτά, βέβαια, ηχούν ως ψελλίσματα μπροστά στο μας λέει ο Σεφέρης για τον Θεόφιλο, μπροστά στον ίδιον τον κόσμο που αναδεικνύεται μέσα από τα έργα του, μπροστά στον ίδιο τον βίο του ζωγράφου. Ας απολαύσουμε λοιπόν το φως, τα χρώματα, τα πρόσωπα, την εσωτερική αρμονία που εκπέμπουν. Την εικαστική καταγραφή ενός κόσμου που σαφέστατα δεν θα ενσωματωθεί ποτέ στον εφιαλτικό τεχνόκοσμο του εμπορεύματος που μας περιβάλλει. Και τον βίο ενός «λαϊκού» καλλιτέχνη, ο οποίος κατάφερε να κοινωνήσει στις πιο «υψηλές» όψεις της ιδιοπροσωπίας μας.

Μας χωρίζει η άβυσσος. Εμάς, που μάθαμε ότι ο «λαϊκός καλλιτέχνης» ισούται με τις φιγούρες τις οποίες τηλέ-κανιβαλίζει καθημερινά η Πάνια, που εξισώσαμε την λαϊκή κουλτούρα με την «Μαρία την άσχημη», που εθιστήκαμε να θεωρούμε «υψηλή τέχνη» τα απονενοημένα διαβήματα του μεταμοντερνισμού που διακινούν στο Κολωνάκι, και να ταυτίζουμε το Νόημα με την απόκτηση ενός υπερπολυτελούς 4Χ4 τετράτροχου…


Σχολιάστε

Μάης του ’68, η γενιά της εξέγερσης

Το παρακάτω απόσπασμα είναι μέρος ένος εκτεταμένου κειμένου που βρίσκεται στην ιστοσελίδα του Άρδην (www.ardin.gr) και περιγραφει τα τεκταινόμενα του γαλλικού Μάη του ’68.

Η γενιά της εξέγερσης1

Όπως συνήθως, ο Κον Μπεντίτ είχε τη σωστή αντίδραση. Την Πέμπτη 9 Μάη, στην αρχή του απογεύματος, εκατοντάδες φοιτητές περιδιαβαίνουν το Μπουλβάρ Σαιν Μισέλ. Στην πλατεία Σορβόννης ουρλιάζουν ενάντια στους απαθείς αστυνομικούς και τα σκοτεινά τους αμάξια που είναι σταθμευμένα μπροστά. Μια ομάδα σχηματίζεται, ο Κον Μπεντίτ εμφανίζεται και προτείνει:

-Καθόμαστε κάτω να συζητήσουμε.

Χωρίς καθυστέρηση το σιτ-ιν μπλοκάρει το δρόμο. Ο Ντάνυ παίρνει μια ντουντούκα:
«Θέλουμε να μαζευτούμε για να συζητήσουμε. Αλλά η αστυνομία μας απαγορεύει την είσοδο στην αυλή της Σορβόννης. Βαφτίζω λοιπόν αυτό το μέρος μεγάλο αμφιθέατρο.»

Και γυρνώντας προς τους αστυνομικούς, άφοβους πάντα πίσω από την πλάτη του, δικαιολογείται με το ματάκι παιχνιδιάρικο:

«Λυπούμαστε πολύ που εμποδίζουμε την κυκλοφορία».

Ο Ζεσμάρ, ο Σωβαζό, ο Βεμπέρ, ο Μπουγκερώ, ο Σαλί, όλοι γυρίζουν. Οι δυο πρώτοι κατηγορούνται για τη χτεσινή συμπεριφορά τους. Ο Ζεσμάρ μ’ έναν λιγότερο παθητικό τρόπο ξαναρχίζει την αυτοκριτική του, αναγνωρίζει τα λάθη του. Ο Σωβαζό υπόσχεται:
– Μόλις ανοίξει η Σορβόννη θα κάνουμε κατάληψη μέρα-νύχτα.

Το πλήθος μεγαλώνει ασταμάτητα. Άγνωστοι σχολιάζουν, βρίζουν. Στα τυφλά επιχειρείται το πείραμα της δημοκρατίας. Ο ελεύθερος διάλογος γυρνάει γρήγορα σε βαριές κουβέντες, η αδιαλλαξία παραμονεύει, ο Κον Μπεντίτ προσπαθεί να κατευνάσει τα πνεύματα.

Να κι ο Λουί Αραγκόν. Αμέσως ο Κον Μπεντίτ τον καλεί να εξηγηθεί για τα άρθρα της «Ουμανιτέ» που εδώ και μια βδομάδα εκτελεί φραστικά τους «αριστεριστές». Του δίνει τη ντουντούκα. Ξεσηκώνονται διαμαρτυρίες:

– Τα καθάρματα δεν έχουν δικαίωμα να μιλάνε.
– Εδώ όλος ο κόσμος έχει δικαίωμα να μιλάει… ξεφωνίζει ο Κον Μπεντίτ. Και μετά από μια παύση: «…Ακόμα κι αν είναι προδότης». Ο γέρος κομμουνιστής ποιητής, με άφθονα λευκά μαλλιά, άψογα χτενισμένα, δικαιολογεί την παρουσία του «σαν άτομο» μεταξύ των νέων. Θέτει στη διάθεση των φοιτητών την επόμενη έκδοση των «Γαλλικών Γραμμάτων». Ο Κον Μπεντίτ τον κόβει:

– Το περιοδικό σου οι εργάτες δεν το διαβάζουν. Στην «Ουμανιτέ» μας συκοφάντησαν, μας παρουσίασαν σαν πράκτορες της εξουσίας. Από την «Ουμανιτέ» θέλουμε να απαντήσουμε.
– Στην «Ουμανιτέ» δεν μπορώ να κάνω τίποτα, αναστενάζει ο συγγραφέας, αλλά σας δίνω το περιοδικό μου. Είμαι μαζί σας. Σκεφτείτε γι’ αυτό ό,τι θέλετε.

Ο κόσμος ξεσπάει σε γέλια. Κάποια χειροκροτήματα δεξιά κι αριστερά. Οι βρισιές πέφτουν βροχή:
– Κι οι σουρεαλιστές που πρόδωσες;
– Και η Γκεπεού που τραγούδησες;
– Κι ο Νιζάν που παρουσίασες σαν προδότη;

Το μάτι του σκοτεινιάζει, το πρόσωπο του σκληραίνει. Ο Αραγκόν σηκώνει το χέρι σε ένδειξη αδυναμίας, γυρνάει κι εξαφανίζεται, χαμένος μέσα στο πλήθος.

Το σιτ-ιν συνεχίζεται. Όσο προχωρεί το απόγευμα και το κοινό μεγαλώνει, οι κινήσεις των δυνάμεων της τάξης γίνονται περισσότερες. Ο Κον Μπεντίτ προειδοποιεί τις σιλουέτες με τα κράνη:
-Πληροφορούμε τους κυρίους αστυνομικούς ότι δεν πρόκειται να χτυπηθούμε σήμερα. Ανώφελο να προκαλούν, δεν πρόκειται να απαντήσουμε. Θέλουμε μόνο να συζητήσουμε.

Η μεγάλη νύχτα

Ορθιοι πάνω σε ένα παγκάκι, στη διασταύρωση των οδών Σαιν Μισέλ και Σαιν Ζερμαίν, ο Κον Μπεντίτ και ο Ζυλύ, πλάι-πλάι, φωνάζουν μαζί «Σπάστε τις αλυσίδες». Όχι περιφρούρηση απόψε. Η ατμόσφαιρα, χαρούμενη στην αρχή της διαδήλωσης, όταν στο Ντανφέρ Ροσρώ φοιτητές και μαθητές ανακάλυπταν τη μαζικότητα και τη δύναμη τους, έχει βαρύνει. Η διαδήλωση, ελεγχόμενη στενά από τις αλυσίδες των αστυνομικών, ξεχύθηκε στο Μπουλβάρ Αραγκό, χαιρέτησε τους κρατούμενους στη Σαντέ μ’ ένα «Λευτεριά στους συντρόφους μας», πλημμύρισε τη Γκομπλέν, μπήκε στην οδό Μονζ.

Ο στόχος του φοιτητικού γενικού στρατηγείου ήταν να καταλάβουν ειρηνικά ένα συμβολικό μέρος, όπως το υπουργείο Δικαιοσύνης ή το ομώνυμο Παλαί. Οι τεράστιες αστυνομικές δυνάμεις το απαγορεύουν. Η διαδήλωση εισέβαλε στο Μπουλβάρ Σαιν Ζερμαίν και φτάνοντας εκεί όπου ο Ζυλύ και ο Ντάνυ ουρλιάζουν, διστάζει. Η μόνη ελεύθερη οδός είναι, περιέργως, το Μπουλβάρ Σαιν Μισέλ. Το ακολουθούν προχωρώντας προς την αποκλεισμένη Σορβόννη.

Ψηλά, στις παρυφές του κήπου του Λουξεμβούργου, η κεφαλή της διαδήλωσης σταματάει από μόνη της. Ούτε λόγος να προχωρήσουν μπροστά προς το Αστεροσκοπείο και να εγκαταλείψουν το διεκδικούμενο έδαφος. Ούτε λόγος, πολύ περισσότερο, απόψε να διαλυθούν σαν τους φουκαράδες, μετά από αυτό τον ορεκτικό περίπατο. Οι αρχηγοί αισθάνονται την άγρια επιθυμία των νέων, που φωνάζουν ασταμάτητα το σύνθημα του απογεύματος: «Θα φτάσουμε ως το τέρμα».

Όλοι ξέρουν ότι το έργο θα πάρει, μέσα στις επόμενες ώρες, ένα τέλος, όποιο και να ‘ναι αυτό. Οι ηγέτες του κινήματος, ζεσταμένοι από την αναβολή της Τετάρτης, δεν θα υποχωρήσουν. Ο Ζεσμάρ, ο Σωβαζό, ακόμα και ο Κον Μπεντίτ, και να ήθελαν να οδηγήσουν τη διαδήλωση αλλού, να την διαλύσουν, κανείς δεν θα τους ακολουθούσε.

Σταματούν εκεί που βρίσκονται, περιμένουν. Περιτριγυρισμένοι από έναν προστατευτικό κλοιό οι αρχηγοί συζητούν, προσπαθούν να φανταστούν μια διέξοδο ανάμεσα στην άμεση, βίαιη σύγκρουση και μια υποχώρηση που θα σκότωνε την ελπίδα. Οι νέοι αρχίζουν να βρίσκουν πως πολύ περίμεναν. Ομάδες πλησιάζουν τις αλυσίδες των αστυνομικών. Μερικοί θαρραλέοι θέλουν να επιτεθούν στη Σορβόννη, αρχίζουν να ξηλώνουν τα πεζοδρόμια.

Ο Αλαίν Τουραίν προειδοποιεί τον Κον Μπεντίτ:
_ Πρέπει πωσδήποτε να βρούμε κάτι για να εμποδίσουμε αυτές τις βλακείες.
Ο Ντάνυ αρπάζει μια ντουντούκα:

_ Δεν πρόκειται να μπούμε σ’ αυτή την πουτάνα τη Σορβόννη, μέχρι οι σύντροφοι μας να ελευθερωθούν.

Προσθέτει: «Απομακρυνθείτε, μη μένετε μαζεμένοι. Κάντε ομάδες συζήτησης. Θα μείνουμε εδώ. Το Καρτιέ μας ανήκει.»

Η εντολή διαδίδεται ταχύτατα. «Καταλαμβάνουμε το Καρτιέ, αναποδογυρίζουμε την κατάσταση, περικυκλώνουμε τους μπάτσους, ειρηνικά». Ο Σωβαζό σκαρφαλώνει στους ώμους του Ζεσμάρ και χρησιμοποιώντας ένα μεγάφωνο μεταδίδει το σύνθημα όλο και μακρύτερα. Προοδευτικά οι διαδηλωτές ανεβαίνουν, εγκαθίστανται στην πλατεία Εντμόν Ροστάν, μπαίνουν στην οδό Γκέυ-Λυσάκ. Η διαδήλωση απλώνεται, χωρίζεται. Στην οδό Λεγκόφ ακούγεται ξαφνικά ο μεταλλικός θόρυβος από τα πεζοδρόμια που ξηλώνονται. Άεργοι, παραμονεύοντας τα γεγονότα που δεν έρχονται, μερικοί νέοι έβγαλαν ένα στύλο της τροχαίας κι έχουν πιάσει δουλειά. Το πρώτο γρανιτένιο μπλοκ είναι έτοιμο! Άλλα ακολουθούν. Τα κάνουν σωρό. Ο κόσμος οργανώνεται, τα χέρια απλώνονται, μεταφέρουν το ρυτιδωμένο παραλληλεπίπεδο. Οι πλάκες του δρόμου ανοίγουν, τραβιούνται, αποκαλύπτουν μια κίτρινη άμμο. Ένας νεαρός κοιτάει με θαυμασμό αυτή την αποκάλυψη. Και γράφει σ’ ένα μεγάλο καθαρό τοίχο: «Κάτω από το δρόμο η παραλία».

Οι σωροί υψώνονται, γίνονται τοίχοι, οδοφράγματα, σύνορα που ορίζουν μια περιοχή ελεύθερη από τις δυνάμεις κατοχής. Κανείς δεν έδωσε εντολή γι’ αυτό. Η ιδέα ήρθε μόνη της, φυσιολογικά. Κι έχει τη δύναμη του προφανούς.

Σε λίγα λεπτά η πρωτοβουλία απλώνεται και σ’ άλλους. Το πάνω μέρος του Καρτιέ Λατέν μετατρέπεται σε εργοτάξιο όπου εκατοντάδες χέρια δραστηριοποιούνται. Όσες οικοδομές χτίζονταν λεηλατήθηκαν: ξύλα, κιγκλιδώματα, μαδέρια, σίδερα, όλα είναι καλά για να μεγαλώσουν τους ετερόκλιτους σωρούς. Τα σταθμευμένα στην άκρη του δρόμου αυτοκίνητα τραβήχτηκαν στη μέση και μερικές φορές αναποδογυρίστηκαν. Ένας κάτοικος της οδού Γκέυ – Λυσάκ κατεβαίνει για να δώσει ένα χεράκι, ώστε να βάλουν το ίδιο του το αυτοκίνητο δίπλα στον τοίχο με τις πέτρες. Ο Ερβέ Σαμπαλιέ, ένας από τους αρχηγούς των ομάδων περιφρούρησης της JCR, βλέπει ενθουσιασμένος το μικρό άσπρο Φίατ του να συντροφεύει τα θεμέλια ενός οδοφράγματος.

Κανένας στρατάρχης δεν καθορίζει την τοποθέτηση των οχυρωμάτων. Υψώνονται εκεί που σταματά η αλυσίδα ή εκεί όπου ρίχτηκε η πρώτη πέτρα. Ο Κον Μπεντίτ τρέχει από οδόφραγμα σε οδόφραγμα και επαναλαμβάνει ακούραστα:

_ Κυρίως μην επιτίθεστε στους μπάτσους. Τα οδοφράγματα είναι αμυντικά, για να προφυλαχτούμε. Κάνουμε ειρηνική κατάληψη.

Οι οικοδόμοι στην οδό Λεγκόφ, στις πρώτες σειρές, μοιάζουν ιδιαίτερα νευρικοί, ερεθισμένοι. Θέλουν να ριχτούν στη μάχη χωρίς καθυστέρηση. Ο Ντάνυ προσπαθεί να τους ηρεμήσει, εξηγεί την τακτική. Είναι νεαροί εργάτες από το Σαιν Ντενί, κι ένας από αυτούς λέει στον ηγέτη των φοιτητών.

_ Τα τρία σημεία σας εσείς θα τα πάρετε σίγουρα. Αλλά κι εμείς έχουμε προβλήματα. Λοιπόν, ακόμη κι αν η κυβέρνηση υποχωρήσει, μην διαλυθείτε. Πρέπει να κρατήσετε και για τους υπόλοιπους, εμάς.

Βαριά ευθύνη. Ο Κον Μπεντίτ φοβάται το ματοκύλισμα. Διασχίζει τους δρόμους και διαπιστώνει ότι τα οδοφράγματα δεν είναι κολλητά, ότι σε περίπτωση επίθεσης οι υπερασπιστές τους μπορούν να διαφύγουν. Καθένας προετοιμάζεται για την έφοδο χωρίς να το πιστεύει αληθινά.

Στο οχυρωμένο στρατόπεδο δεν βασιλεύει το άγχος, μα η χαρά, η γιορτή. Ακόμη περισσότερο, ένα είδος ευθυμίας που μοιράζονται όλοι, καρπός της αίσθησης ότι ζουν εκπληκτικές ώρες, συγκινητικές, που θα σημαδέψουν τη μνήμη. Είναι η ευκαιρία, με την οποία ξαναβρίσκονται όλοι. Γνωστοί και άγνωστοι αλληλοσυγχαίρονται. αγκαλιάζονται. Φίλοι που είχαν χρόνια να βρεθούν, εμφανίζονται, μ’ ένα δοκάρι στο χέρι, στην άκρη του οδοφράγματος:
_ Κι εσύ εδώ;
_ Δε θα το ‘χανα αυτό, διάολε. Τόσο καιρό.

Όλοι αυτοί που διέσχιζαν το Καρτιέ την τελευταία δεκαετία, ποτισμένοι από την πολιτική, αγωνιστές της UNEF και της UEF, καθολικοί που το γύρισαν αριστερά, Βετεράνοι της αντίστασης στον πόλεμο της Αλγερίας, απομακρυσμένοι λόγω των επαγγελματικών τους υποχρεώσεων από τον κήπο της εφηβείας τους, είναι στο ραντεβού, έτοιμοι όπως χτες, σαν να ήταν πάντα είκοσι ετών, μεταξύ των εικοσάχρονων διαδηλωτών. Ο Αλαίν Φορνέ, ο Ντεντέ Σενίκ, ο Μισέλ Μπυτέλ, δεν χωρίζονται, διασχίζουν τα δρομάκια από το ένα οδόφραγμα στο άλλο, χαιρετούν τους γνωστούς που ξαναβρίσκουν. Ο Σερζ Ζυλύ και η Πρίσκα Μπασλέ κολλάν στον Ζεσμάρ και δεν τον αφήνουν βήμα. Ο Κραβέτζ κι ο Πενινού αναλαμβάνουν την πλευρά της πλατείας Κοντρσκάρπ. Ο Κριβίν κι ο Βεμπέρ είναι στην οδό Γκέυ-Λυσάκ.

1. Από το βιβλίο των Hervé Hamon και Patrick Rotman, Generation (Η Γενιά), τόμος Ι: Τα χρόνια του ονείρου, που εκδόθηκε το Μάρτιο του 1987 από τις Εκδόσεις Seuil και περιγράφει όλη την ιστορία της γενιάς του ’68, επιλέξαμε ορισμένα αποσπάσματα για την εξέγερση του Μάη του 1968. Σ’ αυτά τα αποσπάσματα, δοσμένα με κινηματογραφικό τρόπο, οι πρωταγωνιστές του Μάη, «επώνυμοι» και «ανώνυμοι», δημιουργούν την ιστορία τους.

Τη συνέχεια του κειμένου μπορείτε να τη βρείτε εδώ, http://www.ardin.gr/page/issue.php?id=5d7781fe-b00d-0b48-0b14-00003c43


8 Σχόλια

1821-2008: Είμαστε ρεαλιστές, αναζητούμε το αδύνατο

«Όταν αποφασίσαμε να κάμωμε την Επανάσταση, δεν εσυλλογισθήκαμε ούτε πόσοι είμεθα ούτε πως δεν έχομε άρματα ούτε ότι οι Τούρκοι εβαστούσαν τα κάστρα και τας πόλεις ούτε κανένας φρόνιμος μας είπε «πού πάτε εδώ να πολεμήσετε με σιταροκάραβα βατσέλα», αλλά ως μία βροχή έπεσε εις όλους μας η επιθυμία της ελευθερίας μας»

Θ. Κολοκοτρώνης, Λόγος στην Πνύκα


2 Σχόλια

Η Συμμορία Μπελίνι

bandabellini.jpg

«Μιλάνο, δεκαετία του 70. ο φασίστας Τζούσβα, κρυμμένος σ΄ ένα ασθενοφόρο, σημαδεύει την είσοδο μιας πολυκατοικίας, περιμένοντας να βγει ο στόχος του. Είναι πολλοί οι λογαριασμοί που πρέπει να πληρωθούν. Ο άνθρωπος που θέλει να δολοφονήσει είναι ο Αντρέα Μπελίνι, ξανθός με μακριά μαλλιά, ψηλός ένα μέτρο και ενενήντα, φοράει μακριά καμπαρτίνα και γυαλιά Rayban.

Εδώ και χρόνια ηγείται της πιο τρομερής κινηματικής ομάδας περιφρούρησης, μιας παρέας νέων από τη γειτονιά του Καζορέτο που επέλεξαν το δρόμο της πολιτικοποίησης και της μαχητικότητας, έχοντας στο μυαλό τους εικόνες από τη ταινία του Σαμ Πέκινπα «Άγρια Συμμορία» και αποφασισμένοι να διατηρήσουν πάση θυσία την κοινωνική και πολιτική τους Αυτονομία. Το μυθιστόρημα Μάρκο Φίλοπατ (ακτιβιστής, συγγραφέας και μέλος της κολεκτίβας των εκδόσεων Shake με έδρα το Μιλάνο) αναπαράγει το έπος της Συμμορίας Μπελίνι, έναν πραγματικό μητροπολιτικό μύθο ( που για έναν περίπου χρόνο ο ίδιος ο πρωταγωνιστής αφηγήθηκε στον συγγραφέα καθώς περιπλανιόταν στα μπαρ) αποτελούμενο με συγκρούσεις με την αστυνομία, κυνηγητό στους φασίστες και τους πρεζέμπορους, έρωτες, φόβους , δραματικές διαμάχες, λεηλασίες, καταλήψεις, μεθύσια, χαρές και απογοητεύσεις, διαρκή περιπλάνηση στο μητροπολιτικό πεδίο. Η ιστορία της συμμορίας Μπελίνι μπορεί εύκολα να διαβαστεί σαν επιτομή στους κοινωνικούς αγώνες της δεκαετίας του ’70 και του ’80 αλλά και (τηρουμένων βεβαίως των αναλογιών) σαν αυτή κάποιων παρεών – ομάδων του αναρχικού χώρου στην Αθήνα τις δεκαετίες του ’80 και του ‘90 . Η σημασία της παραμένει αναλλοίωτη και αυτό είναι κάτι που καθιστά το μυθιστόρημα όχι μόνο άκρως συναρπαστικό, αλλά και εξαιρετικά επίκαιρο. »

Πρόκειται όντως, για ένα πραγματικά ενδιαφέρον βιβλίο, το οποίο συμπυκνώνει με ιδιαίτερα γλαφυρό τρόπο, τις καταστάσεις, τις αναζητήσεις και τις αγωνίες των νέων της Ιταλίας του 70’. Εμφανίζει με ιδιαίτερο τρόπο, τα εσωτερικά πάθη των ηρώων, την πολυδιάσπαση του κινήματος, τις πολιτικές τους συγκρούσεις και την έννοια της συντροφικότητας. Τέλος, ουδείς μπορεί να αποφύγει τη σύγκριση με τη σημερινή πραγματικότητα της πολιτικοποιημένης ή καλύτερα «επαναστατημένης» νεολαίας; Αξίζει λοιπόν, μετά την Άγρια συμμορία, η ανάγνωση της Συμμορίας Μπελίνι.

Το βιβλίο κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις της Ελευθεριακής Κουλτούρας, σε μετάφραση και επιμέλεια του Παναγιώτη Καλαμαρά

Ντιούη


Σχολιάστε

Άγρια Συμμορία

Γιατί έτσι. Θα πάμε να τα κάνουμε όλα μπουρδέλο, στο στόμα του λύκου, στο άνδρο του αιμοσταγούς, διεφθαρμένου μεξικάνου στρατηγού με τους Γερμανούς συμβούλους κι ας χαθούμε!

Θα χορέψουμε αγκαλιά με τον χάρο ζεϊμπέκικο, γιατί ο σύντροφός μας χάθηκε, γιατί του πήραν το λαρύγγι οι ανθρώπινοι-λύκοι με τις στολές, αυτοί που τρέφονται με το αίμα των Ινδιάνων προκειμένου να σβήσουν την ακόρεστη δίψα τους για εξουσία.

Θα στείλουμε τα αργύρια της πληρωμής μας στον αγύριστο, και θα σκοτωθούμε όρθιοι, με το πιστόλι στο χέρι, γιατί ο κόσμος μας χάνεται, γιατί ο σιδηρόδρομος, η πρόοδος και τα ανθρώπινα τσακάλια που κυνηγάν νυχθημερόν το χρήμα με κάθε τίμημα, μας έχουν θέσει, εμάς τους Χαΐνηδες της άγριας Δύσης, στο περιθώριο…

Σαμ Πέκινπα, χαίρε, μας θύμησες, μέσα από μία περιήγηση στην μεξικανική μεθόριο τους δικούς μας προγόνους, Κλέφτες Ιθαγενείς…