Ιθαγενείς

Έθνος, παγκοσμιοποίηση και καπιταλισμός

1 σχόλιο

Ακολουθεί ένα κείμενο-παρέμβαση σε συζήτηση που έκαναν οι Ιθαγενείς το Σάββατο  6/02, για το έθνος των καπιταλισμό και την παγκοσμιοποίηση. Πρόκειται για την πρώτη συνάντηση ενός κύκλου συζητήσεων σκοπός του οποίου είναι να διερευνήσει θεωρητικά το πώς λειτουργεί αφ’ ενός το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα και αφ’ ετέρου, πώς εξελίσσεται η σχέση του με τις εθνικές συλλογικές οντότητες. Τούτο ‘δω καταπιάνεται κυρίως με ορισμένες όψεις της συγκρότησης του Παγκόσμιου Καπιταλιστικού συστήματος…

Ένας από εμάς

Η διερεύνηση της σχέσης μεταξύ έθνους και παγκοσμιοποίησης, είναι ένα ζήτημα άμεσα συνδεδεμένο με την ίδια την πολιτική δραστηριότητα που αναπτύσσαμε ως ομάδα.

Συνεπώς, ό,τι από εκεί και πέρα κάνουμε στα πλαίσια των σπουδών μας και που είχε να κάνει με αυτή την διερεύνηση, είτε εργασίες στη σχολή, είτε στο μεταπτυχιακό, είτε για κάποιους το διδακτορικό, είναι κομμάτι αυτής της πολιτικής δραστηριότητας. Δεν το βλέπουμε δηλαδή διαχωρισμένο, κάτι ‘επιστημονικό’, ξεκομμένο από την υπόλοιπη δραστηριότητα. Αυτού του τύπου η δραστηριότητα εντάσσεται στα ίδια πλαίσια που κάνουμε και μια αφισοκόλληση, μόνο που είναι πιο σύνθετη, χρονοβόρα και πολύπλοκη.

Αυτά τα λέω για να ξεμπλοκάρουμε λίγο, από το άγος που λέμε της επιστήμης και της ειδίκευσης, δηλαδή ότι αυτά που στην κατεστημένη λογική αποκαλούμε κοινωνιολογία, ιστορία, πολιτική επιστήμη ή φιλοσοφία, είναι κλειστά πεδία που μπορούν να προσεγγιστούν μόνο από τους εκλεκτούς. Αυτά είναι ελιτίστικα, μια απαλλοτρίωση γνώσεων που θα μπορούσαν να είναι γενικές και εκδημοκρατισμένες, δηλαδή δυνάμει κτήμα όλων, από τις κλειστές κάστες των ειδικών, και ισοδυναμούν, θα λέγαμε, με την απαλλοτρίωση που έκαναν οι καπιταλιστές εν είδει πρωταρχικής συσσώρευσης. Αυτό, δηλαδή, που κατέστησε τους καπιταλιστές, ως τέτοιους, και που είναι δια της βίας κλεμμένο όπως λέει και ο Μαρξ, ο πλούτος, ε, το ίδιο συμβαίνει και με τη γνώση. Θα ήταν δυνάμει κοινή, δηλαδή προσβάσιμη σε όποιον το επιθυμεί, αν οι θεσμοί δεν ήταν έτσι διαχωρισμένοι ώστε να παρακρατείται από τους ειδικούς. Στην πρώτη περίπτωση, στην περίπτωση του καπιταλιστή, το αποτέλεσμα της συστατικής γι’ αυτούς απαλλοτρίωσης είναι η φτώχεια. Στην δεύτερη περίπτωση, στην περίπτωση του διανοουμένου, το αποτέλεσμα αυτού του διαχωρισμού είναι η αμάθεια.

Αυτά τα λέω λίγο για να αρχίσουμε να ξεμπλοκάρουμε σε σχέση με τα μεγάλα ζητήματα. Αυτό που λέμε παγκοσμιοποίηση, όπως αυτό που λέμε έθνος, είναι πράγματα προσπελάσιμα. Δηλαδή έχουν συγκροτηθεί ιστορικά, μέσα στην ιστορία, και μπορεί να τα διατρέξει όποιος θέλει, και να τα καταλάβει σε κάποιον βαθμό, αρκεί να διαβάσει ιστορία βάσει κάποιας μεθοδολογίας, και να εντάξει τα συμπεράσματά του σε κάποιο θεωρητικό σύστημα, που βεβαίως έχει να κάνει με τα πιστεύω του, την ψυχοσύνθεσή του, το πολιτικό, κοινωνικό και πολιτιστικό του περιβάλλον. Συνεπώς, ας μην τα φοβόμαστε. Όταν λέμε λέξεις βαρύγδουπες όπως ‘έθνος’, ‘καπιταλιστής’, ‘παγκοσμιοποίηση’, αυτά είναι πράγματα απτά. Μπορούμε να ανοίξουμε μέσα στα βιβλία και να τα βρούμε, να τα μεταχειριστούμε, να παίξουμε νοητικά μαζί τους. Αρκεί να μην είμαστε αλαζόνες, ισχυρογνώμονες, να μην νομίζουμε ότι μ’ ένα πασάλειμμα και με γενικότητες ότι μπορούμε να ξεμπερδέψουμε με τα προϊόντα της ιστορίας. Γιατί, πολύ απλά, αυτά είναι εξυπνώτερα από εμάς και θα μας εκδικηθούν διαψεύδοντάς μας πανηγυρικά.

Τελοσπάντων. Αυτά ως μια εισαγωγή. Το θέμα μας είναι έθνος και παγκοσμιοποίηση. Τι είναι λοιπόν η παγκοσμιοποίηση; Εδώ θα εισηγηθώ ένα σχήμα, θα επιχειρήσω μια αποσπασματική θεωρητική εξήγηση.

Η θεωρητική εξήγηση είναι ιστορική. Δηλαδή, καθόμαστε και βλέπουμε διαβάζοντας την ιστορία δύο πράγματα. Αφ’ ενός ότι η παγκοσμιοποίηση που βλέπουμε σήμερα, είναι δεμένη με τον καπιταλισμό, ότι αυτός είναι ένας από τους κυριότερους φορείς της –για να μην πούμε ο μοναδικός. Κι αφ’ ετέρου, ότι τις περισσότερες φορές, η ίδια η διαδικασία της παγκοσμιοποίησης, δηλαδή μιας αυτοκρατορικής συγκρότησης που βλέπει την κυριαρχία της να εξαπλώνεται συνεχώς, δίχως τέλος, έχει τις περισσότερες φορές απαντηθεί στη Δύση. Ακόμα και πριν τον καπιταλισμό, δηλαδή ας πούμε, με την Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία.

Άρα η παγκοσμιοποίηση νοούμενη ως μια διαδικασία ατέρμωνης, καθολικής επέκτασης σχημάτων κυριαρχίας, είναι ένα δυτικό προϊόν ιστορικά. Αυτό ήδη μας λέει πολλά. Το συγκρατούμε όμως εδώ και θα επανέλθουμε.

Και βεβαίως, στη σύγχρονή της εκδοχή η παγκοσμιοποίηση είναι δεμένη με τον καπιταλισμό. Ας δούμε εδώ πώς ιστορικά έχει δεθεί με τον καπιταλισμό. Η μία η σκοπιά είναι εσωτερική. Αφορά στον ίδιο τον καπιταλισμό. Ορίσαμε την παγκοσμιοποίηση ως μια διαδικασία ατέρμωνης επέκτασης σχημάτων κυριαρχίας. Μια τέτοια διαδικασία, μπορούμε να την βρούμε στο θεμέλιο του καπιταλισμού. Αυτό, δηλαδή που ο Μάρξ μας λέει ότι συνιστά την Γενική Φόρμουλα του Κεφαλαίου, τη γενική του μορφή.

Υπάρχει μια διάκριση των εμπορευματικών και τον εμποροκρατικών κοινωνιών. Οι πρώτες δεν είναι καπιταλιστικές, ενώ οι δεύτερες άρχισαν να αναπτύσσονται στη Δύση από τον 11ο αιώνα κι έπειτα, και είναι οι καπιταλιστικές κοινωνίες. ΣΤις πρώτες, το εμπόρευμα κυκλοφορεί με αυτήν την μορφή: Εμπόρευμα-Χρήμα-Εμπόρευμα. Κάποιος παράγει ή κατέχει ένα εμπόρευμα, πηγαίνει στο παζάρι, το πουλάει, και αγοράζει κάτι άλλο που χρειάζεται. Μετά πάει σπίτι του και εκεί τελειώνει η κυκλοφορία των εμπορευμάτων. Η σφαίρα, δηλαδή, της κυκλοφορίας είναι πολύ περιορισμένη, αφορά ένα κομμάτι της ζωής πολύ μικρό.

ΣΤις δεύτερες, το πράγμα πάει ανάποδα. Μιλάμε για Χρήμα-Εμπόρευμα-Χρήμα. Εκεί ο έμπορος ξεκινάει με το χρήμα, αγοράζει κάτι, το πουλάει παραπάνω, αποκτά περισσότερα χρήματα, αγοράζει περισσότερα κ.ο.κ. Εδώ, πρόκειται για μια διαδικασία αυτόματη, με την έννοια ότι αυτό που κυριαρχεί είναι το χρήμα, και για να δουλέψει πρέπει να επεκτείνεται διαρκώς. Χρήμα, για περισσότερο χρήμα. Είναι μια διαδικασία που διαρκώς πρέπει να διευρύνει την εμπορευματική σφαίρα για να μπορέσει να λειτουργεί, κι άρα θα πρέπει να τροποποιεί τα πράγματα γύρω της, να τα καθιστά εμπορευματικά, προκειμένου να συνεχίσει. Είναι κι αυτή μια διαδικασία ατέρμωνης επέκτασης σχημάτων κυριαρχίας, της κυριαρχίας του εμπορεύματος, και γι’ αυτό έγινε κινητήρας της παγκοσμιοποίησης. Ένας κινητήρας η λειτουργία του οποίου δεν γνωρίζει όρια. Βεβαίως, όλα αυτά μπορεί να τα διατρέξει κανείς στο κεφάλαιο του Μαρξ.

Αλλά τούτω ‘δω δεν αρκεί. Είναι αρκετά οικονομίστικο να ισχυρίζεται κανείς ότι το εμπόρευμα εμπεριέχει μέσα του την παγκοσμιοποίηση, κι επίσης, είναι τόσο γενικό και απλουστευτικό που αν μέναμε εδώ θα είχαμε να κάνουμε με μια ταυτολογία. Ότι ο καπιταλισμός κουβάλησε την παγκοσμιοποίηση στις πλάτες του γιατί ήταν καπιταλισμός.

Το ερώτημα που στριφογυρίζουμε εδώ, και που το ζορίζουμε να βγει είναι ακριβώς το πως την κουβάλησε. Το πώς πέτυχε να γίνει ο κινητήρας της παγκοσμιοποίησης, το γιατί κανείς δεν τον σταμάτησε. Το υπό ποιές προϋποθέσεις έγινε, για να είμαστε απολύτως ακριβείς. Διότι αυτές οι προϋποθέσεις, είναι που συνιστούν, μαζί με τον κινητήρα που περιγράψαμε την ουσία της παγκοσμιοποίησης. Την ιστορική της ουσία.

Το Χρήμα-Εμπόρευμα-Χρήμα, προκειμένου να λειτουργήσει, θέλει δύο πράγματα. Αφ’ ενός, προαπαιτεί την ύπαρξη χρήματος, και μάλιστα σε μεγάλες ποσότητες, προκειμένου να τροφοδοτηθεί αυτή η διαδικασία σε μεγάλη κλίμακα. Το δεύτερο είναι ευνοϊκές συνθήκες, προκειμένου να αναπαραχθεί. Που σημαίνει δυνατότητα εγκαθίδρυσης δικτύων εμπορίων, παραγωγής, δυνατότητα συγκρότησης κοινού αγοραστών, και, επειδή όλα αυτά δεν συνέβησαν στο κενό, αλλά μέσα σε ταραγμένα ιστορικά περιβάλλοντα, ασφάλεια και σταθερότητα. Είναι αυτό που μαρξιστής Τζιοβάννι Αρίγκι, περιγράφει, χρησιμοποιώντας την προβληματική του Ντ. Χάρβεϋ, ως χώρο-χρονική ρύθμιση του κεφαλαίου.

Η χωρο-χρονική ρύθμιση του κεφαλαίου επιτυγχάνεται με έξω-οικονιμικά μέσα. Αυτά, συνιστούν το εργαστήρι μέσα στο οποίο παρήχθη στο δοκιμαστικό σωλήνα ο καπιταλισμός. Αλλά ιστορικά προϋπήρξαν από αυτόν, και του επέτρεψαν να υπάρξει.

Αυτή τις πέτυχε ο άνθρωπος, ο δυτικός για να είμαστε ιστορικά ακριβείς άνθρωπος του 13ου αιώνα με δύο πολύ γνώριμα και αγαπημένα στην ανθρωπότητα μέσα. Την βία και την κυριαρχία.

Ιστορικά, ο καπιταλισμός πρωτοσυγκροτήθηκε στις ιταλικές πόλεις-κράτη, δηλαδή, επειδή αυτές μέσω των σταυροφοριών έκλεψαν το χρήμα από εμάς, τους Έλληνες (άλωση 1204) και τους Άραβες του Μεσαίωνα, και δημιούργησαν έναν χώρο επιρροής στην Νοτιο-ανατολική Μεσόγειο, όπου μπορούσαν να αποσπάσουν αξίες, να βρουν φτηνά εργατικά χέρια, πρώτες ύλες κ.ο.κ. Κι εδώ, κολλάει και το συμπέρασμα του Γ. Καραμπελιά, που διαβάσαμε όλοι στο 1204, ότι η πρωταρχική συσσώρευση ξεκινάει από την κατάληψη του βυζαντινού ελλαδικού χώρου, τόσο δια της αρπαγής και της λεηλασίας, όσο και δια μέσω της εγκαθίδρυσης άνισων ανταλλαγών: Δηλαδή εκεί μου μας λέει ότι οι πρώτες αποικιακές φυτίες ζαχαροκάλαμου εγκαθιδρύθηκαν στη Κρήτη και την Κύπρο, ή τα κτήματα της μαστίχας στην Χίο, τα οποία τα κατείχε μια από τις πολύ πρωτόλιες Ανώνυμες Βενετσιάνικη Εταιρεία, αυτή των Τζουστινιάνι. Και θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε με το Κομμέρικιον, δηλαδή τον φόρο προστιθέμενης αξίας που πλήρωναν οι μη-δυτικοί μέσα στην Κωνσταντινούπολη και που τον είχαν επιβάλει οι Βενετοί κ.ο.κ.

Τότε, δηλαδή, τον 13ο αιώνα βλέπουμε ότι κάνει τα πρώτα του βήματα ένα κοινωνικοπολιτικό περιβάλλον, έχει τάση έντονα εξωστρεφή, και συστηματοποιεί την καθυπόταξη των τριγύρω που επιτυγχάνει εγκαθιδρύοντας μοντέλα μόνιμης κοινωνικο-πολιτικής κυριαρχίας. Επομένως πρόκειται για ένα σύστημα δυνάμει διεθνικό μ’ αυτήν την έννοια, ότι δηλαδή διαστέλλεται ξεσπώντας βίαια, προκειμένου να εξάγει τον εαυτό του. Στα πλαίσια αυτής της εμπειρίας μπόρεσε και να συγκροτηθεί η μηχανή Χρήμα-Εμπόρευμα-Χρήμα.

Αυτή η μηχανή, βασίστηκε πάνω στην πολιτική κυριαρχία, και τη βία. Και από την άλλη, ως μηχανή, με αυτά τα χαρακτηριστικά που περιγράψαμε, μπόρεσε και συστηματοποίησε την πολιτική κυριαρχία και τη βία σ’ ένα μοντέλο, που να αντέχει στο χρόνο. Αυτή η διαλεκτική, νομίζω ότι είναι η πηγή η οποία συγκροτεί τον καπιταλισμό ως παγκόσμιο σύστημα, τελευταίο στάδιο του οποίου καλούμε την παγκοσμιοποίηση.

Από εκεί και πέρα, αναφέρω ότι η παρούσα θεωρητική πρόταση, ακολουθεί τον Αρίγκι, που λέει ότι διαδοχικές ηγεμονίες που ακολουθούσαν σε μια ιστορική σπείρα η μία την άλλη, ηγεμόνευσαν πάνω σ’ αυτό το μοντέλο, το εξέλιξαν και το τροποποίησαν. Αρχικά, ήταν δηλαδή οι ιταλικές πόλεις, οι οποίες τροφοδότησαν μέχρι και τις ισπανικές κατακτήσεις (Και είναι συμβολικό ότι ξέρουμε πως την Αμερική την ανακάλυψε ο Κολόμβος, αλλά ονομάστηκε έτσι από τον Αμέρικο Βεσπούκι, συμβολικό γιατί τα χέρια σ’ αυτό το δεύτερο αποικιακό σαφάρι των δυτικών, το μεγαλύτερο, τα είχαν βάλει οι ισπανοί, αλλά αρχικά, τα λεφτά τα είχαν τοποθετήσει οι ιταλοί τραπεζίτες), αργότερα ήταν οι Ολλανδικές πόλεις και η Ολλανδία, έπειτα η Μεγάλη Βρετανία, και τέλος οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής.

Βεβαίως, η συγκρότηση του καπιταλισμού ως παγκόσμιο σύστημα προϋποθέτει και αντίστοιχες φαντασιακές θεσμίσεις, τροποποιήσεις σε επίπεδο πολιτιστικού παραδείγματος. Κι αυτές όμως είχαν, όπως και στο υλικό επίπεδο, αξιώσεις καθολικής κυριαρχίας.

Εννοώ την χρησιμοθηρία της Δύσης, του δυτικού πολιτισμού, αυτό που ξέρετε η σχολή της Φρανγκφούρτης ονομάζουν εργαλειακό λόγο. Δηλαδή την συστηματοποιημένη χρήση της ανθρώπινης νόησης, για την παραγωγή τεχνικής, εφαρμοσμένης δηλαδή γνώσης που μετασχηματίζει τον φυσικό κόσμο, σε υλικό, τεχνητό σώμα του ανθρώπου –σύμφωνα με την λογοτεχνικά υπέροχη ρήση του Μαρξ.

Κι εδώ ο 13ος αιώνας έπαιξε πολύ καθοριστικό ρόλο, με τον Θωμά Ακινάτη, ο οποίος επέτρεψε θεολογικά την λειτουργία του Λόγου, μέσα στο περιβάλλον της πίστης. Δηλαδή είπε, ότι χονδρικά μπορεί τα πολύ βασικά να μην μπορούμε να τα εξηγήσουμε, τα πρώτα αίτια, δηλαδή την ουσία του κόσμου, του θεού, κλπ, κι αυτό έγκειται στην αποκάλυψη της πίστης, αλλά ότι μπορούμε κάλλιστα να ερμηνεύσουμε τα ενεργήματα του Θεού λογικά. Έτσι, άνοιξε ένα παραθυράκι στη Μεσαιωνική Θεολογία προς αυτό που θα ονομάζαμε διαφωτισμό. Αλλά τώρα ξεφεύγουμε πολύ μακριά σε σχέση με αυτά που εισηγούμαστε.

Σημασία έχει να δούμε πως την ίδια στιγμή η Δύση συγκροτείται οικονομικά, πολιτικά και πολιτιστικά προς αυτό που αργότερα θα γνωρίσουμε ως νεωτερικό καπιταλιστικό παγκόσμιο σύστημα. Αναμφίβολα, ο 13ος αιώνας είδε να αναδύεται μια γενικευμένη ροπή της Δύσης προς το καθολικό, η οποία αποτελεί την βάση της παγκοσμιοποίησης που βιώνουμε σήμερα.

Νομίζω ότι ο σκελετός αυτού που θα μπορούσε να αποτελέσει ένα θεωρητικό σχήμα, έχει ολοκληρωθεί. Από εκεί και πέρα, μπορούμε να κάνουμε ορισμένα σχόλια.

α) Η τάση για κυριαρχία εγγράφεται ιστορικά από πολύ νωρίς στο Δυτικό φαντασιακό. Ας δούμε τον τρόπο με τον οποίον αναπτύσσεται η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Το αναπτυξιακό μοντέλο ακολουθάει το μοντέλο του πανοπτικού. Δηλαδή, η Ρώμη στο κέντρο και δρόμοι που οδηγούν προς αυτήν και φτάνουν μέχρι την τελευταία γωνιά της Αυτοκρατορίας. Δρόμοι, όχι κύρια ως δίαυλοι εμπορευμάτων, αλλά ως δίαυλοι στρατευμάτων. Γιατί αν δούμε, οι διαδικασίες ανασυγκρότησης της Ρώμης σ’ ένα ανώτερο οργανωτικό-κοινωνικό-πολιτιστικό επίπεδο,  οι διαδικασίες διαμόρφωσης δηλαδή της κλασσικής Ρώμης, και ο αγώνας που ξεκινάει αυτή για να υποτάξει αρχικά τον ιταλικό χώρο, κι έπειτα σχεδόν όλο τον γνωστό κόσμο, ξεκινούν μαζί. Υπάρχει δηλαδή από τότε έντονο το στοιχείο της εξωστρέφειας, με την έννοια ότι οι εσωτερικές εξελίξεις καθορίζονται από τον βαθμό επιτυχίας της διεύρυνσης των σφαιρών επιρροής του ρωμαϊκού κόσμου. Γι’ αυτό και όταν παύει να διευρύνεται, ξεκινάει αργά αλλά σταθερά η ίδια του η παρακμή.

Πάντοτε, κι ας μην το ξεχνάμε αυτό, η πρωταρχική συσσώρευση της παγκόσμιας κυριαρχίας των Δυτικών ήταν στρατιωτικοί. Τόσο στο Βυζάντιο και στην Μέση Ανατολή, όσο και στην Αμερική, ήταν οι ιεραπόστολοι με το ξίφος που άνοιξαν τον δρόμο στους πιονέρους εμπόρους, όχι το αντίθετο. Σ’ αυτό το σημείο, ο Μαρξ αντιστρέφει λίγο, εξαιτίας του οικονομισμού του, την πραγματικότητα όταν λέει ότι ‘η βία είναι οικονομικό μέγεθος’. Εν πάσει περιπτώσει θα μπορούσε να είναι θέμα οπτικής. Πιστεύω όμως, και ότι αυτό θα μπορούσαμε να το συζητήσουμε, ότι πολύ συχνότερα αποφασίζει το Ξίφος, παρά η τσέπη. όπως αλλιώς το έθεσε ο Μάο, η εξουσία βρίσκεται στην κάνη του ντουφεκιού.

β) Για την συσχέτιση της τεχνικής, του εργαλειακού λόγου και της κυριαρχίας, μπορεί να διαβάσει κανείς τον Λούις Μάμφορντ, ο Μύθος της Μηχανής. Έχει σημασία ότι, όλα αυτά, και γενικά ο τρόπος με τον οποίον αντιμετώπισε η Δύση τη γνώση και τον Λόγο, έπαιξε πολύ μεγάλη σημασία στην ολοκλήρωση του νεωτερικού παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος. Δίχως αυτήν, η βιομηχανική επανάσταση δεν θα μπορούσε να υπάρξει. Προσοχή. Όταν λέμε Βιομηχανική Επανάσταση, εννοούμε την απαρχή της κυριαρχίας της μηχανής στην παραγωγή, και παραπέρα των αυτοματισμών στην κοινωνική μας ζωή. Δεν εννοούμε το τυπικό, δηλαδή, αυτό που θαυμάζουν οι καθηγητές μας τις επιστήμες, την ατμομηχανή κ.ο.κ.

Ας κάνουμε μια διάκριση εδώ. Αυτά είναι άλλα φρούτα. Δηλαδή, η μηχανή ως ατμομηχανή, όχι με την ίδια ένταση και τον ίδιο βαθμό, θα μπορούσε να υπάρξει και δίχως την βιομηχανική επανάσταση. Όπως για παράδειγμα υπήρχε η πυρίτιδα στην Κίνα, ή όπως υπήρχαν πρότυπες ατμομηχανές, του Ήρωνα ας πούμε, στην αρχαιότητα.

Επίσης, η θεαματική βελτίωση της ποιότητας ζωής δεν ταυτίζεται με την βιομηχανική επανάσταση. Ίσα-ίσα, ένα μεγάλο κομμάτι από αυτήν υπήρξε πριν από την βιομηχανική επανάσταση. Διότι στη Δύση, συνέβησαν δύο επαναστάσεις, που η μία διαδέχτηκε την άλλη. Η μία ήταν η επανάσταση της Μανιφακτούρας, δηλαδή μια εντατικοποίηση της ανθρώπινης εργασίας μέσα από την διεύρυνση των συνεργατικών και των κοινοτικών θεσμών στις ελεύθερες πόλεις του ύστερου Μεσαίωνα (μπορεί κανείς να διαβάσει γι’ αυτές στην αλληλοβοήθεια του Κροπότκιν, εκδόσεις Καστανιώτη). Η επανάσταση της μανιφακτούρας, συνέβη και σ’ άλλα μέρη του πλανήτη. Ας πούμε στην Κίνα. Έτσι εισηγείται ο Καόυρου Σουγκιχάρα, μια επανάσταση η οποία ανακόπηκε βίαια από την αποικιοκρατία, αλλά που διαμόρφωσε υπόγεια πραγματικότητες οι οποίες ευθύνονται διαδοχικά, τόσο για την κινέζικη επανάσταση, όσο και για την εντυπωσιακή άνοδο της Κίνας τα τελευταία 20 χρόνια. Σε οποιαδήποτε περίπτωση, πρέπει να διακρίνουμε τις δύο επαναστάσεις, και να σημειώσουμε ότι η συνεργατική επανάσταση της μανιφακτούρας δημιούργησε τέτοια ποσά κοινωνικού κεφαλαίου, δηλαδή υποδομές, βελτίωση της ποιότητας ζωής, πύκνωση της επικοινωνίας των ανθρώπων, κοινοτισμό κ.ο.κ., που επέτρεψαν στην εκτόξευση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής μέσα στις πόλεις. Αυτά τα συγκρατούμε για να δούμε τι σημαίνει τάση του δυτικού καπιταλιστικού συστήματος να απαλλοτριώνει και να κλέβει πλούτο που δεν δημιούργησε εκείνο. Αυτά μόνο εν τάχει μπορώ να τα θίξω εδώ, αλλά έχουν πολύ μεγάλη σημασία να τα συζητήσουμε.

Γ) Τέλος, ένα τελευταίο. Όλα αυτά που είπαμε για την χώρο-χρονική ρύθμιση του κεφαλαίου, μας οδηγούν σε ένα θεωρητικό σχήμα, που το κεφάλαιο δεν το βλέπουμε μόνο ως μια οικονομική διαδικασία, αλλά ως έναν γιγαντιαίο φορέα κοινωνικής μηχανικής. Αυτό το σχήμα, ξεκινάει από την παρατήρηση του Κάρλ Πολανύ, ότι οι οικονομίες της αγοράς απαιτούν και τις κοινωνίες της αγοράς, και μπορεί να φτάσει πάρα πολύ μακριά. θα χρειαστεί δε, όταν συζητάμε για την σχέση της εθνικής ταυτότητας με το κεφάλαιο και την παγκοσμιοποίηση.

Advertisements

One thought on “Έθνος, παγκοσμιοποίηση και καπιταλισμός

  1. Παράθεμα: Έθνος, παγκοσμιοποίηση και καπιταλισμός « βιβλιοπωλείο “χωρίς όνομα”

περιμένουμε τα σχόλιά σας!

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s