Ιθαγενείς

Οι εκλογές, το δάκτυλο και το φεγγάρι

Σχολιάστε

Σ’ αυτόν τον τόπο όσοι αγαπούνε/τρώνε βρώμικο ψωμί/
κι οι πόθοι τους ακολουθούνε υπόγεια διαδρομή


Οι εκλογές αυτές ασχολούνται σχολαστικότατα με το δάχτυλο, αγνοώντας επιδεικτικά το φεγγάρι. Η προεκλογική ατζέντα καταπιάνεται με τα επουσιώδη και αποφεύγει να θίξει όλα όσα έχουν φέρει την χώρα στο χείλος της καταστροφής. Ενώ ο ελληνικός παρασιτικός καπιταλισμός έχει καταστήσει την χώρα φτερό στην θύελλα της κρίσης, ενώ η στρατηγική της «ελληνοτουρκικής φιλίας» μας έχει οδηγήσει στην αγκαλιά του ανανεωμένου και ρωμαλέου περιφεριακού ιμπεριαλισμού των γειτόνων, οι πολιτικές ελίτ του τοπου έχουν επιδοθεί σ’ έναν ατελείωτο, όσο και αποϊδεολογικοποιημένο αγώνα για τη νομή της εξουσίας.

Ποιός ασχολείται, όμως, μ’ αυτά; Το μπερλουσκονικό ΛΑΟΣ, επιδίδεται σ’ ένα «θεαματικό αντάρτικο», προσπαθώντας να διεμβολίσει τηλεοπτικά τον δικομματισμό με τους Ψινάκηδες και τον Ανατολάκη, προκειμένου να διεκδικήσει κι αυτό μια θέση στον ήλιο της διαχείρισης. Ο δε ΣΥΡΙΖΑ αναλώνει τις τελευταίες του στιγμές στον πολιτικό βίο του τόπου σε μια «φραξιονιστική πάλη δίχως αρχές (και ιδέες)» αποδεικνύοντας με τραγικό για τους συντελεστές του τρόπο, τον κενό, θεαματικό, επικοινωνιακό χαρακτήρα μιας «αριστεράς» που κατ’ ουσίαν αποτελεί μέρος του μεταπολιτευτικού καθεστώτος και όχι αντίπαλός της.

Δεξιά παρακμή, Αριστερή παρακμή.

Μ’ αυτούς τους όρους, η 4η Οκτωβρίου δεν μας επιφυλάσσει τίποτε περισσότερο από την αλλαγή φρουράς στην διαχείριση της ογκούμενης μιζέριας μας. Στο φόντο της κατάρρευσης, ο Γιωργάκης ο Γ΄ ετοιμάζεται να εκπληρώσει το όνειρο της μητρός του, καταφέρνοντας επιτέλους να κατακτήσει τον πρωθυπουργικό θώκο, θυμίζοντας κάτι από τις αρχαίες παραβολές: Λεηλατημένο, υπό κατάρρευση βασίλειο, απελπισμένοι, κατάπληκτοι υπήκοοι  κι ένας ανοϊκός, αφασικός διάδοχος…

Το στοίχημα έγκειται στο να υψωθούμε πάνω από τον ζόφο των ημερών, χτίζοντας, προς το παρόν σε υπόγεια διαδρομή, τις συλλογικές αντιστάσεις του αύριο.

Αριστερά: Μέρος της κρίσης και όχι λύση της


Είμασταν πάντοτε μιας ήττας/που νικάει την εξουσία/

Και ξαφνικά μας παρεδώθη αληθινά/τι τραγωδία

Δ. Σαββόπουλος

Τα ερωτήματα που επανέλαβε ο Π. Κοροβέσης ξετίναξαν τον –ήδη σε κρίση και εσωστρέφεια– ΣΥΡΙΖΑ, αλλά είχαν αντίκτυπο και στην υπόλοιπη αριστερά. Αίφνης, πρώην και νυν μέλη του Συνασπισμού, παλιοί ΚΚέδες και μέλη του ΚΚΕ εσωτερικού, έσπευσαν να καταδικάσουν στο πυρ το εξώτερον τον Κοροβέση, διότι απλώς έθεσε ερωτήματα τα οποία έχουν τεθεί προ 15ετίας και επαναλαμβάνονται δίχως να βρίσκουν απάντηση, κάθε φορά που ο «ακατανόμαστος» Σ. Κόκκαλης ή η διαπλοκή της Ζίμενς εισβάλλει στο προσκήνιο της επικαιρότητας.
Εκ πρώτης όψεως, οι αντιδράσεις των μελών της αριστεράς φαίνονται ως ένα ακατανόητο déjà vu στις χειρότερες στιγμές του σταλινικού σκοταδιστικού ιερατείου. Κι ως τέτοιες καταγγέλθηκαν από διάφορες κριτικές φωνές «ανένταχτων» κι «αδέσποτων» της αριστεράς. Κι όμως, τέτοιου τύπου αντιδράσεις είναι… αναμενόμενες, διότι σ’ αυτή την ξαφνική… κρίση οξυδέρκειας του Π. Κοροβέση τέθηκαν τα θεμέλια του υπαρξιακού προβλήματος που ακολουθεί την αριστερά από την κατάρρευση του 1989 κι έπειτα.

Ένα υπαρξιακό πρόβλημα, το οποίο έχει να κάνει με το γεγονός ότι ο Ψυχρός Πόλεμος κληροδότησε μιαν άρρητη και κρυμμένη μεν, κραταιά δε παράδοση ενσωμάτωσης, καθεστωτισμού και εμπλοκής σε ποικίλους άμεσους και έμμεσους μηχανισμούς της εξουσίας. Από τις «συναινετικές» συνδικαλιστικές γραφειοκρατίες που συνδιαλλάσσονταν με το κράτος και το κεφάλαιο μέχρι την κυρίαρχη στα πανεπιστήμια ακαδημαϊκή αριστερά, κι από εκεί, από τα δεκάδες χιλιάδες ανά τον πλανήτη όργανα του σοσιαλιμπεριαλισμού της Σ. Ένωσης, στους απαρατσνίκους των μηχανισμών των κομμουνιστικών κομμάτων και στις κυβερνώσες γραφειοκρατίες του ανατολικού μπλοκ, για πολύ καιρό, και ιδιαίτερα στην Ανατολική και Δυτική Ευρώπη που με τον έναν ή τον άλλον τρόπο οι πολιτικοί συσχετισμοί είχαν παγιωθεί, το κέντρο βάρος των δραστηριοτήτων της αριστεράς έτεινε να μετατοπιστεί από τις μάζες, τα κινήματα, την οργάνωση της επαναστατικής ανατροπής, στη διαχείριση άτυπων ή καθ’ όλα τυπικών μορφών εξουσίας. Κι αυτό που συνέβη αφορά τόσο στην «επάρατη» Δύση, στην ενσωμάτωση των ευρωπαϊκών ΚΚ στα πλαίσια του κεϋνσιανού κράτους-πρόνοιας, όσο και στη «σοσιαλιστική πατρίδα», την Ανατολή.

Η κρίση της Αριστεράς δεν είναι μόνο πολιτική. Είναι κατ’ εξοχήν ιδεολογική και ηθική. Κατά μια έννοια, η μεγάλη κατάρρευση του 1989 λειτούργησε λυτρωτικά ως προς την Αριστερά. Επί τη βάση του συντελεσμένου της ήττας και της ματαίωσης απέφευγε οποιασδήποτε μορφή απολογισμού των εμπειριών της και αυτοκριτικής, τόσο σε ό,τι αφορά στην Ανατολική της εκδοχή, όσο και στην Δυτική.

Και δεν μιλάμε για απλή παράθεση των αιτιών και των συγκυριών που οδήγησαν στην κατάρρευση. Μιλάμε για ένα ποιο πιεστικό και πιο απλό ερώτημα, το οποίο αναφέρεται στο πιο πρωταρχικό ζήτημα που έθεσε ιστορικά η αριστερά. Το ερώτημα αυτό έχει δύο σκέλη. Αφενός στο γιατί, ηττήθηκε από τον καπιταλισμό, ένα σύστημα για το οποίο όλοι γνωρίζουν ότι είναι εξαιρετικά άνισο, άδικο κι επικίνδυνο για να διαχειρίζεται τις τύχες της ανθρωπότητας. Αφετέρου στο γιατί αυτή ακριβώς η γενιά αριστερών «της ήττας», πέρασε σχεδόν σούμπιτη, από την διαχείριση της υπόθεσης του «σοσιαλισμού» στην διαχείριση της παγκοσμιοποίησης και της αγοράς.

Δύση και Ανατολή έχει γεμίσει πρώην. Στις Ανατολικές χώρες, πρώην κομμουνιστές τεχνοκράτες, που σήμερα είναι οι πιστότεροι οπαδοί των ΗΠΑ και της Ελεύθερης Αγοράς. Στις Δυτικές, πρώην αριστερούς μάνατζερ, διαμορφωτές της κοινής γνώμης και επιχειρηματίες.

Τα ποικίλα σχήματα της «προδοσίας», δηλαδή οι εξηγήσεις που θέλουν την Σοβιετία να προδίδει τις «αρχές του Μαρξισμού ή/και του Λενινισμού», τους αριστερούς να προδίδουν τις ιδέες τους κ.ο.κ. δεν αρκούν να εξηγήσουν τίποτε, και λειτουργούν μάλλον εξωραϊστικά για τα πραγματικά αδιέξοδα που χαρακτηρίζουν ψυχή τε και σώματι την αριστερά. Λειτουργούν εντέλει, ως έσχατες απόπειρες να προστατέψουν τα είδωλα μιας θρησκείας, της οποίας το ιερατείο και οι πιστοί την έχουν προ πολλού διαψεύσει.

Μήπως δεν φταίει όμως η προδοσία, αλλά η… θεωρία; Όσο κι αν δεν θέλουμε να το δούμε, υπάρχει μια ευθεία γραμμή που συνδέει τις καταστάσεις: Η «φραξιονιστική πάλη δίχως αρχές» λειτουργεί όντως ως το καλύτερο σχολείο για να μπορέσει κάποιος να λειτουργήσει στα πλαίσια της «ελεύθερης αγοράς». Ο υπέρτατος κομματικός πατριωτισμός του λενινιστικού κόμματος νέου τύπου διδάσκει πως ο σκοπός αγιάζει τα μέσα, μια φιλοσοφία που βρίσκεται και πίσω από τους μηχανισμούς του κέρδους. Και οι αναλογίες δεν είναι μόνο στην πρακτική φιλοσοφία της ιδεολογίας της αριστεράς. Σε φιλοσοφικό επίπεδο, ο μαρξισμός γύρευε να προσδιορίσει αμιγώς υλιστικά τον άνθρωπο, λες και το είναι του ενσαρκώνεται αποκλειστικά στη σφαίρα των παραγωγικών δυνάμεων -διάβημα το οποίο τείνει να πραγματωθεί σήμερα από τον… ίδιο τον καπιταλισμό, με ανυπολόγιστες οικολογικές και ανθρωπολογικές συνέπειες. Και βέβαια, σαφώς υπάρχει σχέση μεταξύ της προσήλωσης στην «αντικειμενική πραγματικότητα», τον ρεαλισμό του υλισμού και τον κυνισμό που χαρακτηρίζει τους «πρώην» αριστερούς… Και μπορούμε να συνεχίσουμε εις το διηνεκές.

Και, βεβαίως, τούτο αφορά και στην «επίσημη» ελληνική αριστερά, η οποία μεταπολιτευτικά είδε την πολιτική της ισχύ να ενισχύεται ποικιλοτρόπως –συχνά δε δυσανάλογα προς τα πραγματικά της ποσοστά. Οι παλαιότεροι θα θυμούνται πράγματα τα οποία η κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ στα 1989, αλλά και η εν Ελλάδι σύντομη συγκυβέρνηση της αριστεράς με τη δεξιά, έχουν διαγράψει από την πολιτική ατζέντα.

Το πώς, ας πούμε, κυρίως από τη δεκαετία του 1980 κι έπειτα, η αριστερά συμμετείχε με διάφορους τρόπους στους μηχανισμούς της εξουσίας. Τις συχνότατες συμπράξεις και συναινέσεις σε συνδικαλιστικό επίπεδο, σε μια εποχή μάλιστα όπου το Πα.Σο.Κ. πρωτολανσάριζε το πασοκικό μοντέλο του σοσιαληστή τρωκτικού. Το πώς, επίσης, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, οι υψιπετείς διανοούμενοι του ΚΚΕ εσωτερικού από τότε στελέχωναν τους ιδεολογικούς μηχανισμούς του κράτους, κάνοντας μια «δουλειά» που οι λαϊκοί Πασόκοι δεν είχαν ούτε τις γνώσεις, ούτε το τουπέ για να την κάνουν. Το ότι, στα πανεπιστήμια, η ΚΝΕ έπαιζε έναν κατασταλτικό ρόλο απέναντι στην εντεινόμενη νεολαιίστικη δυσαρέσκεια. Ή το ότι το ΚΚΕ λειτουργούσε ως αντιπρόσωπος των συμφερόντων του ανατολικού μπλοκ στην Ελλάδα, κι ότι χρηματοδότησε και στήριξε την άνοδο νέων τζακιών –που σήμερα κυριαρχούν– όπως ο Μπόμπολας και ο Κόκκαλης, ότι η Σοβιετία συντηρούσε «πληρωμένες γραφίδες» σε μια σειρά εφημερίδων κ.ο.κ. Κι ότι, επίσης, ακόμα και το «τίμιο» και δημοκρατικό ΚΚΕ εσωτερικού λάμβανε υλική υποστήριξη, για λόγους εσωτερικών αντιθέσεων του «υπαρκτού», από τον δικτάτορα Τσαουσέσκου. Και, βεβαίως, κανείς δεν φαίνεται να θυμάται ότι πάρα πολλοί πρωταγωνιστές αυτών των διόλου κολακευτικών ιστοριών σήμερα είναι επιφανή στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ και καθημερινώς διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους, για να πείσουν από τηλεοράσεως ότι είναι κομιστές των «νέων κινημάτων» (sic!). Για να μη μιλήσουμε για το πώς λειτούργησαν και λειτουργούν οι αριστεροί πολιτικοί μηχανικοί και εργολάβοι στα πλαίσια της τοπικής αυτοδιοίκησης.

Από τη δική του τη σκοπιά, αυτήν του ΚΚΕ εσωτερικού, αυτή την πραγματικότητα θα ομολογήσει ο Γ. Γιαννουλόπουλος από τις στήλες της Ελευθεροτυπίας: «Η Αριστερά όμως, και κυρίως ο λεγόμενος χώρος του ΚΚΕ Εσ., εξασφάλισε μια περίοπτη θέση στην πολιτική ζωή κι όχι μόνο. Κατ’ αρχάς δεν απειλούσε κανέναν, λόγω μικρού μεγέθους. Επιπλέον, ήταν ένας χώρος συμπαθής, στελεχωμένος από ανθρώπους δυναμικούς και πολιτισμένους, οι οποίοι αντιστάθηκαν στη χούντα αλλά, ως μέλη της ελίτ, διατηρούσαν φιλικές σχέσεις με τους κρατούντες, έχοντας υπάρξει συμμαθητές ή συμφοιτητές στα Παρίσια ή στα Λονδίνα. Πάνω απ’ όλα, όμως, η μεταπολίτευση έφερε την ώρα που ολόκληρη η Αριστερά εισέπραξε, και με μεγάλη προσαύξηση λόγω εκπρόθεσμης καταβολής, την αποζημίωση που επιδίκασε η Ιστορία για τις διώξεις τις οποίες είχε υποστεί από τη Φεντερασιόν του Μπεναρόγια, μέχρι το Πολυτεχνείο».

Μέχρι σήμερα, για την κεντρική πολιτική σκηνή όλα αυτά είναι ζητήματα ταμπού. Κι όποτε, σποραδικά, κάποιοι, συμπεριλαμβανομένων και ημών, του Άρδην και της Ρήξης, μιλούσαμε γι’ αυτά, συναντούσαμε πάντα τον ίδιο τοίχο της συκοφαντίας, αναγκαζόμενοι να αντιμετωπίζουμε επιχειρήματα του τύπου, «Ασκείτε ιδιοτελή, κακεντρεχή κριτική», «ανακυκλώνετε ψεύδη», κ.λπ.

Όμως, αυτά ακριβώς τα ζητήματα διαμόρφωναν και διαμορφώνουν σήμερα, πολύ έντονα, αμείλικτες πραγματικότητες που έχουν επηρεάσει καθοριστικά την τροπή που έχουν πάρει τα πράγματα σ’ αυτή την κοινωνία. Τι να πρωτοπούμε; Ότι επάνω στην παράδοση της «ιδεολογικής συμβολής» στην κεντροαριστερή εξουσία, και δεδομένου ότι ο σοβιετικός «διεθνισμός» είχε διαμορφώσει ένα ευνοϊκό ψυχολογικό και ιδεολογικό υπόστρωμα στους κόλπους της διανόησης, αυτού του τύπου η αριστερή διανόηση ανέλαβε να χτίσει τους ιδεολογικούς μηχανισμούς της εκσυγχρονιστικής εξουσίας, που προπαγάνδιζαν την παγκοσμιοποίηση και τον εθνομηδενισμό; Ξεχνάμε, μήπως, ποιος επανανομιμοποίησε πολιτικά την υποταγή στον περιφερειακό ιμπεριαλισμό των Τούρκων, μέσω της «ελληνοτουρκικής φιλίας», για πρώτη φορά μετά την εισβολή στην Κύπρο, αν όχι ο Μίκης Θεοδωράκης και οι κινήσεις φιλίας του ΚΚΕ κατά την περίοδο 1987-1988; Ή μήπως είναι ψέματα ότι με τον έναν ή τον άλλον τρόπο οι συνδικαλιστικές συμπράξεις και συναινέσεις της αριστεράς με το ΠΑΣΟΚ προκάλεσαν την τραγική υποβάθμιση του δημόσιου τομέα, την ιδιοποίησή του από γραφειοκρατίες και όλη αυτήν τη θεσμική κατάπτωση που σήμερα ανοίγει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο την πόρτα στον νεοφιλελευθερισμό;

Προϊόν αυτής ακριβώς της παράδοσης υπήρξε και όσα έχει καταμαρτυρήσει ο Γ. Βότσης εδώ και δύο δεκαετίες, στο πώς πολιτεύτηκε η ενιαία αριστερά κατά την εποχή της συγκυβέρνησης. Δηλαδή, όσα έγιναν τότε δεν συνιστούν μια στιγμιαία «παρέκκλιση», αλλά πρόκειται για την κατάληξη μιας ολόκληρης διαδικασίας μετασχηματισμών, που κατέστησαν την επίσημη αριστερά σε πυλώνα του μεταπολιτευτικού καθεστώτος, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο.

Μεγάλος χαμένος από αυτήν τη διαδικασία ήταν βέβαια το ΚΚΕ, που μέσα από την εμπειρία της δεκαετίας 1981-1991 εν τέλει απώλεσε όλη τη νομενκλατούρα του και καταποντίστηκε από «κόμμα – εταίρος» και «κόμμα-ρυθμιστής», σε κόμμα διαμαρτυρίας. Βεβαίως, αυτή του η ήττα το διασώζει σε κάποιο βαθμό, διότι λειτούργησε κι ως απώλεια των προσβάσεών του στο ύστερο μεταπολιτευτικό καθεστώς. Τούτο όμως δεν σημαίνει πως το ΚΚΕ πρέπει να αποφύγει τον απολογισμό και την αυτοκριτική, για τον ρόλο που έπαιξε κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’80 και για το τι ακριβώς έχει κληροδοτήσει στη χώρα αυτός ο ρόλος.

Αντίθετα, ο ΣΥΝ έχει να επιδείξει μια συνέχεια μεταξύ της προ 1989 και της μετά 1989 περιόδου. Συνέχεια που έχει να κάνει τόσο με το ότι το διανοούμενο κομμάτι του ασφαλώς και συνεχίζει να στελεχώνει τους ιδεολογικούς μηχανισμούς της εξουσίας, αλλά και συνέχεια βιολογική, όλων εκείνων που διέπρεψαν ως στελέχη του ΚΚΕ τη δεκαετία του ’80, για να συνεχίσουν στα ίδια μήκη κύματος, ως μέλη της «ανανεωτικής» και «ριζοσπαστικής» αριστεράς σήμερα.

Η στιγμή την οποία επανήλθε στο φως της επικαιρότητας το «αμαρτωλό ’89» και ο ρόλος της αριστεράς δεν είναι διόλου τυχαία. Σήμερα ζούμε την εποχή της μεγαλύτερής της σήψης και παρακμής της μεταπολίτευσης. Αυτή την κρίση δεν μπορεί παρά να την αισθανθούν στο πετσί τους όλοι οι πυλώνες της, ιδεολογικοί ή πολιτικοί.

Οι διαπιστώσεις αυτές οδηγούν σ’ ένα άλλο ερώτημα, το οποίο είναι θεμελιώδες αν θέλουμε να συνεχίσουμε στην παράδοση των μεγάλων λαϊκών κινημάτων του 19ου και του 20ου αιώνα, δίχως να επαναλαμβάνουμε τα σφάλματα και τα αδιέξοδά τους. Μήπως, εν’ τέλει, ο μαρξισμός, και το πολιτικό του τέκνο, η αριστερά υπήρξαν οι χειρότερες δυνατές μορφές αντιπολίτευσης όπως ακριβώς ο καπιταλισμός αποτελεί την χειρότερη δυνατή μορφή οργάνωσης των ανθρώπινων κοινωνιών; Σε οποιαδήποτε περίπτωση, πρέπει να διδαχθούμε από την λαϊκή θυμοσοφία των Ρώσων, που εκεί, κατά την δεκαετία του 1990 συνήθιζαν να λεν για την κληρονομιά των κομμουνιστών του παρελθόντος: «Είχαν κατάφορα άδικο για τον κομμουνισμό, τραγικά δίκιο για τον καπιταλισμό»


Δεξιά σκάνδαλα, αριστερά σκάνδαλα
. Εντέλει, οι επιθέσεις στον Κοροβέση ήταν τόσο έντονες γιατί με την παρέμβασή του υπονόησε αυτό που όλοι λίγο ως πολύ καταλαβαίνουν: Ότι το πρόβλημα της πολιτικής κατάπτωσης δεν είναι μόνον ο «δικομματισμός», αλλά σύσσωμη η σάπια 3η μεταπολιτευτική δημοκρατία. Συνεπώς, το ζήτημα δεν είναι «να φύγει η Ν.Δ., να μην έρθει το ΠΑΣΟΚ», όπως προσπαθούν να μας πείσουν οι φωνές από την αριστερή εκδοχή της κρίσης, αλλά, όπως πολύ καλά έλεγε ο λαός της Αργεντινής κατά την εξέγερσή του το 2003, ΝΑ ΦΥΓΟΥΝ ΟΛΟΙ.

Advertisements

περιμένουμε τα σχόλιά σας!

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s