Ιθαγενείς

Έκκληση προς τους ζωντανούς να παραμείνουν στη σωστή πλευρά του Αχέρωντα

Σχολιάστε

» Αξίζει αλήθεια ν’ανεχθείς το σκυλολόι αυτού του Άδη/

μόνο για να συναντηθείς με τους δικούς σου για ένα βράδι;»

Το φαντασιακό του ξενυχτιού και των καταχρήσεων, βρίθει “αριστερών”, αμφισβητησιακών υπαινιγμών. Αγγίζει τις παρυφές μίας πολιτιστικής εξέγερσης, με ντεμπορική, καταστασιακή χροιά, που αρνείται το καθιερωμένο παράδειγμα του βίου:

Είμαστε οι ανήσυχοι νεκροί, οι εχθροί του ήλιου. Δεν κοιμόμαστε ποτέ, παρά διαγράφουμε κύκλους στην νύχτα και οι αναθυμιάσεις της αλκοόλης μας καταβροχθίζουν. Είμαστε στον αντίποδα της ασφυκτικής ζωής –να δουλεύεις 9 με 5 πενθήμερο, να λιώνεις στον καναπέ και το Σάββατο να συνωστίζεσαι σε κάποιο απρόσωπο, μαζικό μαγαζί. Και φιλοσοφούμε ακατάπαυστα, πάνω στα ξέχυλα φθαρμένα τραπέζια των χαμαιτυπείων μας, πυρπολώντας ανελέητα τα κάστρα της αλλοτρίωσης με λόγια αμείλικτα και τρομερά.

Ουρανομήκεις μαλακίες

Βρισκόμαστε μπροστά σ’ έναν από τους πιο κραταιούς μύθους που με ζέση συντηρεί σήμερα η σπουδάζουσα ή μη “αμβισβητούσα νεολαία” με σκοπό να περάσει καλά. Και περνάει καλά –τι ειρωνεία!– ακριβώς με το να τη σκαπουλάρει από το καθήκον που τη προσδιορίζει ως τέτοια: του να πάει κόντρα υπονομεύοντας το κυρίαρχο ρεύμα της ελληνικής κοινωνίας.

Ας πάρουμε το νήμα από την αρχή. Το φαντασιακό που μόλις σε αδρές γραμμές περιγράψαμε, μπορεί να είχε μια διάσταση αμφισβήτησης σε καιρούς αλλοτινούς, όπου επικρατούσαν πολύ διαφορετικές συνθήκες. Στη Γαλλία του ’50 λογουχάρη, όταν επικρατούσε μία νεκρική σιγή, όταν όλοι είχαν ανασκουμπωθεί στην δουλειά παίρνοντας μια τροχιά ανάπτυξης που οδηγούσε, μακριά από τις μνήμες του Βισύ και του πολέμου, στο καταναλωτικό όνειρο των εκατοντάδων ντεσεβό. Εκεί ναι, τα ντεμπορικά ξενύχτια και οι κρασοκατανύξεις στην αριστερή όχθη του Σηκουάνα εξέφραζαν μια στάση αμφισβήτησης, διότι ακριβώς αποτελούσαν ίδιον μιας περιθωριακής πρωτοπορίας που δια του λόγου και του βίου της άνοιγε δρόμο για την έκρηξη της δεκαετίας του 1960.

Αφήστε που, ο Ντεμπόρ, σε αντίθεση με τους σύγχρονους επίδοξους μιμητές του, μπορεί να έπινε τον άμπακο αλλά την ίδια στιγμή, στον “ελεύθερο του χρόνο” ήταν παραγωγικός φιλόσοφος, έπαιζε στα δάκτυλα όλα τα τέρατα της ευρωπαϊκής σκέψης, ε, και έγραψε και την κοινωνία του θεάματος. Αλλά τούτο έχει να κάνει απλώς με μια ορισμένη μεταμοντερνικότητα που υπαγορεύει την επιδερμικότητα των ταυτοτήτων, των στάσεων και των συμπεριφορών. Ότι δηλαδή στην προκειμένη περίπτωση στυλ του καταραμένου αμφισβητία θα υιοθετηθεί κατ’ επίφαση, περιλαμβάνοντας πολύ κατανάλωση κι αλκοόλ και καθόλου αμφισβήτηση και φιλοσοφία.

Σήμερα τα πράγματα είναι εντελώς διαφορετικά. Εάν κοιτάξει κανείς γύρω του τα Σαββατοκύριακα, οι ιθαγενείς της μίζερης ευρωπαϊκής επαρχίας που ονομάζεται Ελλάδα συνωστίζονται αγεληδόν στα κάθε λογής μαγαζιά, επιδιδόμενοι σε κάθε λογής καταχρήσεων, ξεσκίζοντας τις σάρκες δύσμοιρων ζώων ή συντηρώντας την αυτοκρατορία της αθηναϊκής ζυθοποιίας.

Ο κλάδος της εστίασης και η βιομηχανία της διασκέδασης είναι μια από τις πιο κερδοφόρες επιχειρήσεις πηγή πλουτισμού για εκατοντάδες δεξιά ή αριστερά και αναρχικά αφεντικά. Μπείτε σ’ ένα λεωφορείο. Ακούστε μια παρέα. Οποιασδήποτε φυλής, από “Ήμο” και “Λάικο” μέχρι πάνκηδες και κουλτουριάρηδες. Πολύ συχνά θα περιγράφουν που “σκατώθηκαν” στα ξύδια το Σαββατοκύριακο, πως “τα σπάσανε” καταλήγοντας ημιλυπόθημοι σε κάποιο κρεββάτι ή καναπέ την επόμενη αυγή. Διότι αν το καλοσκεφτεί κανείς, σήμερα, κάθε Παρασκευοσάββατο, οι περισσότεροι “καταστρέφονται” στα εργοστάσια της διασκέδασης, με την ίδια ευλάβεια που άλλοι, άλλοτε ξάπλωναν από τις έντεκα, μετά την βραδινή προσευχή.

Γιατί η ξέφρενη διασκέδαση και οι καταχρήσεις είναι το εθνικό μας “αναλωστήρι”, το κουντούρντισμα μιας κοινωνίας που έχει αντιληφθεί ότι οι αξίες και τα πρότυπά της την έχουν οδηγήσει σε κατακόρυφη πτώση, κι απλώς επιδίδεται σε ασφαλή –αλά Πομπηία– όργια μπας και αποφύγει τον πόνο της πρόσκρουσης. Έτσι λοιπόν το να “το ρίχνεις έξω” όχι μόνον δεν αποτελεί ίδιον μιας αισχρής μειοψηφίας που αμφισβητεί κάποια υποτιθέμενη νυκτερινή νεκρική σιγή, αλλά έχει γίνει και αντικείμενο ζωντανών τηλεοπτικών εκπομπών, όπου πολιτικοί, ηθοποιοί και λοιποί σελέμπριτις, τα δίνουν όλα μπροστά στις κάμερες, για να τους χαζέψουν εκείνοι που έχουν απομείνει μέσα, με την κουβέρτα στα πόδια μπροστά στην τηλεόραση.

Γιατί –όπως και να το κάνουμε– η χρήση είναι ένα θλιβερό υποκατάστατο της σχέσης. Κι επειδή η ανυπαρξία του άλλου δίπλα μας μπλοκάρει οποιαδήποτε δυνατότητα αυτοπραγμάτωσής μας ως “πρόσωπο”, το να βυθιστεί κανείς στην χαύνωση και το υπαρξιακό μηδέν μιας μεγαλοπρεπής σούρας λειτουργεί εν είδει βαρβάρου που συνιστά κάποια λύση.

Και γιατί, τέλος, είμαστε απ’ την κορφή μέχρι τα νύχια αλλοτριωμένοι, ξέρουμε να διασκεδάζουμε μόνο δια της κατανάλωσης, γιατί έχουμε ταυτίσει την ψυχαγωγία αποκλειστικά και μόνον με το ποτό, το ξεκώλωμα για την ακρίβεια με το αλκοόλ.

Τίποτε το “αμφισβητισιακό” επομένως, δεν κρύβεται πίσω από όλα αυτά, παρά μόνο μια πρόφαση, ένα περίτεχνο άλλοθι αφομοίωσης στο αγελαίο και παρακμιακό σπορ του ελληνικού παρασίτου, το ξέφρενο και ασταμάτητο ξεφάντωμα.

Τουναντίον. Τούτο που ολοένα και περισσότερο αντιλαμβάνομαι, είναι ότι οι νύχτες μας έχουν αποικιοποιηθεί από ένα καταστροφικό στυλ διασκέδασης, όπου καταναλώνεις παροξυστικά και αναλώνεσαι εργαλειακά, γυρεύοντας εκ των υστέρων Λόγο και Νόημα, στους μύθους της “υπέρβασης και της αμφισβήτησης τον ορίων”.

Αλλού, παλαιότερα [βλέπε Κάτω τα χέρια απ’ τις νύχτες μας], ο Σκαντζόχοιρος είχε θίξει τις αντικειμενικές συνθήκες της βιομηχανίας της διασκέδασης, το πως το μπαρ λειτουργεί ως εργοστάσιο παραγωγής διαπροσωπικής επικοινωνίας (τη φιλία ή ακόμα και τον έρωτα και το φλερτ), εμπορευματοποιώντας αυτές τις τόσο συστατικές (και άλλοτε ιερές) πτυχές της ατομικής μας ύπαρξης. Εδώ, προσπαθούμε σε αδρές γραμμές να θέσουμε την υποκειμενική διάσταση.

Πρέπει να ολοκληρώσουμε, να εμβαθύνουμε στην ανάλυση αυτών των ζητημάτων. Κι ύστερα να συμφωνήσουμε σ’ ένα μίνιμουμ, συλλογικό πρόγραμμα απο-αποικιοποίησης της νύχτας και της διασκέδασης, που θα διεκδικεί τους δημόσιους χώρους, τις πλατείες και τα πάρκα αλλά και που θα αποκαταστήσει τον αυτοσεβασμό μας, και θα προστατέψει τους εαυτούς μας από το “κάψιμο” των καταχρήσεων και της ξέφρενης κατανάλωσης.

Χάμπτι-Ντάμπτι

Advertisements

περιμένουμε τα σχόλιά σας!

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s