Ιθαγενείς

Omnia Sunt Communia [Όλα είναι κοινά]

1 σχόλιο

[Το ακόλουθο απόσπασμα ανήκει στον Εκκλησιαστή των Λούθερ Μπλίσετ. Το σκηνικό εκτιλύσσεται λίγο μετά την μάχη του Φρανγκενχάουζεν, στη Θουριγγία, στις 15 Μαΐου 1525. Στην μάχη αυτή, ο στρατός των 8.000 εξεγερμένων χωρικών του Τόμας Μίντσερ εξολοθρεύεται από τα μισθοφορικά στρατεύματα του Δούκα, του Εκλέκτoρα της Σαξωνίας και του Δούκα της Έσσης. Τα στρατεύματα των εξεγερμένων χωρικών πάλευαν για να εγκαθιδρύσουν ένα σύστημα «κοινοκτημοσύνης ενώπιον του θεού». Το σύνθημά τους ήταν Omnia sunt Communia, τα πάντα είναι κοινά.

Οι Λούθερ Μπλισέτ είναι μια ιταλική κολλεκτίβα μηντιακού αντάρτικου. Τελευταία της πράξη, ήταν η έκδοση του εξαιρετικού Εκκλησιαστή. Οι συγγραφείς της σήμερα παρεμβαίνουν ως Wu Ming.]

…Σχεδόν στα τυφλά.
Έχω ένα καθήκον να επιτελέσω.

Στ’ αυτία μου, ήδη τρύπια από τα κανόνια αντηχούν ουρλιαχτά, κορμιά που με σφυροκοπούν. Κονιορτός από αίμα και ιδρώτα μου κλείνει το φάρυγγα, ο βήχας μου γδέρνει το λαιμό.

Τα βλέμματα των προσφύγων: φρίκη. Κεφάλια φασκιωμένα, μέλη κοπανισμένα… Στρέφομαι διαρκώς πίσω μου. Ο Ελίας με ακολουθεί. Ανοίγει δρόμο μέσα στο πλήθος, πελώριος, σωστός γίγαντας. Κουβαλάει στις πλάτες του τον Δάσκαλο Τόμας, απαθή, αναίσθητο.
Που είναι ο Θεός ο πανταχού παρών; Το ποίμνιό του οδηγείται επί σφαγήν.

Έχω ένα καθήκον να επιτελέσω. Οι σάκοι κρατημένοι σφιχτά. Δε σταματάω πουθενά. Το μικρό ξίφος μου με χτυπάει στο πλευρό μου.
Ο Ελίας πάντα πίσω μου.

Μια ρευστή μορφή, μια σκιά τρέχει προς το μέρος μου. Το μισό πρόσωπο καλυμμένο με επιδέσμους, σάρκα κακοπαθημένη, βασανισμένη. Μια γυναίκα. Μας αναγνωρίζει. Έω ένα καθήκον να επιτελέσω: η παρουσία του Δασκάλου πρέπει να μείνει μυστική. Την αρπάζω:

-Μη μιλάς!
Φωνάζει πίσω απ’ την πλάτη μου:
-Στρατιώτες! στρατιώτες!

Τη διώχνω, να φύγουμε, να σωθούμε. Στα δεξιά ένα στενό. Τρέχοντας, ο Ελίας πισω, σκυφτός. Έω ένα καθήκον να επιτελέσω: οι πόρτες. Η πρώτη, η δεύτερη, η τρίτη. Ανοίγει. Επιτέλους μέσα.

Κλείνουμε πίσω μας τη βαριά εξώπορτα. Ο θόρυβος καταλαγιάζει. Το φως εισχωρεί αδύναμο από ένα παράθυρο. Η γριά κάθεται σε μια γωνία στο βάθος του δωματίου, πάνω σε μια μισοξεπατωμένη ψάθινη καρέκλα. Ελάχιστα ευτελή πράγματα: ένας πάγκος βαλμένος στραβά, ένα τραπέζι, δαυλιά που θυμίζουν μια πρόσφατη φωτιά, αποκαΐδια σ’ ένα τζάκι μαυρισμένο από την καπνιά. Πλησιάζω:

– Αδελφή, φέρνουμε έναν λαβωμένο. Χρειάζεται επειγόντως κρεβάτι και νερό, για όνομα του Θεού…

Ο Ελίας μένει ακίνητος στην πόρτα, τη φράζει ολόκληρη. Εξακολουθεί να έχει τον Δάσκαλο στις πλάτες του.

– Μόνο για λίγο, αδελφή.

Τα μάτια της είναι υγρά και δεν βλέπουν τίποτα. Το κεφάλι κουνιέται πέρα-δώθε. Τα αυτιά στηρίζουν ακόμη. Η φωνή του Ελίας:

-Τι λέει;

Πηγαίνω κοντά της. Μέσα στο βουητό του κόσμου, ένα μοιρολόι σαν μουρμουρητό. Δεν ξεωρίζει τα λόγια. Η γριά ούτε έχει πάρει χαμπάρι ότι είμαστε εδώ.

Έχω ένα καθήκον να επιτελέσω. Να μη χάσουμε χρόνο. Μια σκάλα οδηγεί επάνω, ένα νεύμα στον Ελίας, ανεβαίνουμε, επιτέλους ένα κρεβάτι για να ξαπλώσουμε τον Δάσκαλο Τόμας.

Ο Ελίας σκουπίζει τον ιδρώτα από τα μάτια του. Με κοιτάζει: – Πρέπει οπωσδήποτε να βρούμε τον Τζάκομπ και τον Ματίας.

Πιάνω το μικρό ξίφος και κάνω να φύγω.

-Όχι, πάω εγώ, εσύ μείνε με το Δάσκαλο.

Δεν αποσώνω να απαντήσω και ήδη κατεβαίνει τις σκάλες. Ο Δάσκαλος Τόμας ακίνητος, με το βλέμμα του καρφωμένο στην οροφή. Βλέμμα άδειο, απλανές, μόλις που κουιούνται τα βλέφαρα. Φαίνεται να μην αναπνέει.

Κοιτάζω έξω: Από το παράθυρο τα πσίτια μοιάζουν μικρραφίες. Το παράθυρο βλέπει στο δρόμο, μα το άλμα θα είναι μεγάλο -βρισκόμαστε στον πρώτο όροφο. Ευτυχώς υπάρχει μια σοφίτα. Παρατηρώ την οροφή και μόλις και μετά βίας καταφέρνω να διακρίνω τις σχισμές μιας γκαλβανής. Χάμω υπάρχει μια σκάλα. Σκοροφαγωμένη, αλλά φαίνεται να κρατάει.

Χώνομαι με τα τέσσερα, η στέγη της σοφίτας είναι αρκετά χαμηλή, το πάτωμα σκεπασμένο με άχυρα. Τα δοκάρια τρίζουν με την παραμικρή κίνηση. Κανένα παράθυρο, ελάχιστες ακτίνες φωτός τρυπώνουν ανάμεσα απ’ τα σανίδια: να κρυφτώ κάτω απ’ τη στέγη.

Κι άλλα σανίδια, κι άλλο άχυρο. Δε χωράω και αναγκάζομαι να μένω ξαπλωμένος. Ένα άνοιγμα βλέπει τις στέγες. Επικλινείς. Αδύνατον για τον Δάσκαλο Τόμας.

Επιστρέφω κοντά του. Τα χείλη του στεγνά, το μέτωπο ζεματάει. Ψάχνω για λίγο νερό. Στον κάτω όροφο πάνω στο τραπέζι υπάρχουν καρύδια και μια κανάτα. Το αργόσυρτο μοιρολόι συνεχίζεται αδιάκοπα. Μόλις φτάνω στο νερό, βλέπω τους σάκους: καλύτερα να τους κρύψω.

Κάθομαι στο σκαμνί. Τα πόδια μου ποάνε. Κρατάω το κεφάλι ανάμεσα στα χέρια μου, μόνο για μια στιγμή, ύστερα το βουητό γίνεται ένας εκκωφαντικός θόρυβος από κραυγές, άλογα και σιδερικά. Οι μπάσταρδοι λακέδες των ηγεμόνων μπαίνουν στην πόλη. Τρέχω στο παράθυρο. Δεξιά στον κεντρικό δρόμο: ιππότες, με τα κοντάρια να σημαδεύουν, σβαρνίζουν το δρόμο με τα όπλα, μαζεύουν κόσμο. Με φοβερή αγριότητα και λύσσα, ορμάνε μαινόμενοι σε οτιδήποτε κινείται.

Α[‘ την άλλη πλευρά: Ο Ελίας ξεπροβάλλει από το στενό. Βλέπει τ’ άλογα: σταματά. Κάτι πεζικάριοι εμφανίζονται πίσω του. Δεν μπορεί να ξεφύγει. Κοιτάζει γύρω του. Που είναι ο Θεός ο πανταχού παρών;

Τον σημαδεύουν. Σηκώνει τα μάτια. Με βλέπει.

Έχει ένα καθήκον να επιτελέσει. Βγάζει απ’ το θηκάρι του το σπαθί και ορμάει ουρλιάζοντας καταπάνω τους. Ξεκοιλιάζει έναν από δαύτους, έναν άλλο τον ρίχνει καταγής με μια κουτουλιά. Πέφτουν τρεις επάνω του. Δε χαμπαρίζει από χτυπήματα, πιάνει τη λαβή του σπαθιού σα να ‘τανε δρεπάνι, σπαθίζει όπου βρει.

Παραμερίζουν.

Από πίσω: ένας καλπασμός αργός, βαρύς, ο καβαλάρης έρχεται και του επιτίθεται. Το χτύπημα τον σωριάζει. Τελείωσε.

Όχι, να τον που ξανασηκώνεται: μια μάσκα αίματος και μανίας. Το σπαθί ακόμη στο χέρι του. Κανένας δεν κοιτάει να πλησιάσει. Τον ακούω να αγκομαχά. Τα γκέμια τραβιούνται βίαια, το άλογο κάνει στροφή. Το τσεκούρι υψώνεται. Ξανά καλπασμός. Ο Ελίας ανοίγει τα πόδια του, σαν δυο ρίζες στο χώμα. Χέρια και κεφάλι στρέφονται στον ουρανό, αφήνει να του πέσει το σπαθί.

Το ύστατο χτύπημα:

-Omnia sunt communia, καριόληδες.

Το κεφάλι του εκσφενδονίζεται, κατρακυλάει στη σκόνη…

Λούθερ Μπλισέτ, Εκκλησιαστής, Εκδόσεις Τραυλός, σ.σ. 39-42.

Advertisements

One thought on “Omnia Sunt Communia [Όλα είναι κοινά]

  1. Πραγματικά επαναστατική ανάλυση με επαναστατική προοπτική. Δεν είναι καιρός όμως να το λέμε κι όλας. Ίντα; ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΤΗ! Επανάσταση οικολογική, κοινωνική, με χαρακτηριστικά εντοπιότητας, επανάσταση βαλκανική. Καλή και άγια η ενναλακτικότητα, αλλά θα είναι πάντα για λίγους . Επανάσταση! Δε θα έχει και λίγο βία. Ή θα είναιι λουλουδένια; Πως θα αλλάξουν τα πράγματα να φύγει το γαμημένο το κατεστημένο; Ξέρω πως έχει δουλειά ακόμα, αλλά ας το λέμε όπως το λέγανε παλιά, γιατί πως αλλιιώς θα δώσει η ψυχή να δώσει ρεύμα να βάλει στα όργανα φωτιά!

περιμένουμε τα σχόλιά σας!

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s