Ιθαγενείς

Μάης του ’68, η γενιά της εξέγερσης

Σχολιάστε

Το παρακάτω απόσπασμα είναι μέρος ένος εκτεταμένου κειμένου που βρίσκεται στην ιστοσελίδα του Άρδην (www.ardin.gr) και περιγραφει τα τεκταινόμενα του γαλλικού Μάη του ’68.

Η γενιά της εξέγερσης1

Όπως συνήθως, ο Κον Μπεντίτ είχε τη σωστή αντίδραση. Την Πέμπτη 9 Μάη, στην αρχή του απογεύματος, εκατοντάδες φοιτητές περιδιαβαίνουν το Μπουλβάρ Σαιν Μισέλ. Στην πλατεία Σορβόννης ουρλιάζουν ενάντια στους απαθείς αστυνομικούς και τα σκοτεινά τους αμάξια που είναι σταθμευμένα μπροστά. Μια ομάδα σχηματίζεται, ο Κον Μπεντίτ εμφανίζεται και προτείνει:

-Καθόμαστε κάτω να συζητήσουμε.

Χωρίς καθυστέρηση το σιτ-ιν μπλοκάρει το δρόμο. Ο Ντάνυ παίρνει μια ντουντούκα:
«Θέλουμε να μαζευτούμε για να συζητήσουμε. Αλλά η αστυνομία μας απαγορεύει την είσοδο στην αυλή της Σορβόννης. Βαφτίζω λοιπόν αυτό το μέρος μεγάλο αμφιθέατρο.»

Και γυρνώντας προς τους αστυνομικούς, άφοβους πάντα πίσω από την πλάτη του, δικαιολογείται με το ματάκι παιχνιδιάρικο:

«Λυπούμαστε πολύ που εμποδίζουμε την κυκλοφορία».

Ο Ζεσμάρ, ο Σωβαζό, ο Βεμπέρ, ο Μπουγκερώ, ο Σαλί, όλοι γυρίζουν. Οι δυο πρώτοι κατηγορούνται για τη χτεσινή συμπεριφορά τους. Ο Ζεσμάρ μ’ έναν λιγότερο παθητικό τρόπο ξαναρχίζει την αυτοκριτική του, αναγνωρίζει τα λάθη του. Ο Σωβαζό υπόσχεται:
– Μόλις ανοίξει η Σορβόννη θα κάνουμε κατάληψη μέρα-νύχτα.

Το πλήθος μεγαλώνει ασταμάτητα. Άγνωστοι σχολιάζουν, βρίζουν. Στα τυφλά επιχειρείται το πείραμα της δημοκρατίας. Ο ελεύθερος διάλογος γυρνάει γρήγορα σε βαριές κουβέντες, η αδιαλλαξία παραμονεύει, ο Κον Μπεντίτ προσπαθεί να κατευνάσει τα πνεύματα.

Να κι ο Λουί Αραγκόν. Αμέσως ο Κον Μπεντίτ τον καλεί να εξηγηθεί για τα άρθρα της «Ουμανιτέ» που εδώ και μια βδομάδα εκτελεί φραστικά τους «αριστεριστές». Του δίνει τη ντουντούκα. Ξεσηκώνονται διαμαρτυρίες:

– Τα καθάρματα δεν έχουν δικαίωμα να μιλάνε.
– Εδώ όλος ο κόσμος έχει δικαίωμα να μιλάει… ξεφωνίζει ο Κον Μπεντίτ. Και μετά από μια παύση: «…Ακόμα κι αν είναι προδότης». Ο γέρος κομμουνιστής ποιητής, με άφθονα λευκά μαλλιά, άψογα χτενισμένα, δικαιολογεί την παρουσία του «σαν άτομο» μεταξύ των νέων. Θέτει στη διάθεση των φοιτητών την επόμενη έκδοση των «Γαλλικών Γραμμάτων». Ο Κον Μπεντίτ τον κόβει:

– Το περιοδικό σου οι εργάτες δεν το διαβάζουν. Στην «Ουμανιτέ» μας συκοφάντησαν, μας παρουσίασαν σαν πράκτορες της εξουσίας. Από την «Ουμανιτέ» θέλουμε να απαντήσουμε.
– Στην «Ουμανιτέ» δεν μπορώ να κάνω τίποτα, αναστενάζει ο συγγραφέας, αλλά σας δίνω το περιοδικό μου. Είμαι μαζί σας. Σκεφτείτε γι’ αυτό ό,τι θέλετε.

Ο κόσμος ξεσπάει σε γέλια. Κάποια χειροκροτήματα δεξιά κι αριστερά. Οι βρισιές πέφτουν βροχή:
– Κι οι σουρεαλιστές που πρόδωσες;
– Και η Γκεπεού που τραγούδησες;
– Κι ο Νιζάν που παρουσίασες σαν προδότη;

Το μάτι του σκοτεινιάζει, το πρόσωπο του σκληραίνει. Ο Αραγκόν σηκώνει το χέρι σε ένδειξη αδυναμίας, γυρνάει κι εξαφανίζεται, χαμένος μέσα στο πλήθος.

Το σιτ-ιν συνεχίζεται. Όσο προχωρεί το απόγευμα και το κοινό μεγαλώνει, οι κινήσεις των δυνάμεων της τάξης γίνονται περισσότερες. Ο Κον Μπεντίτ προειδοποιεί τις σιλουέτες με τα κράνη:
-Πληροφορούμε τους κυρίους αστυνομικούς ότι δεν πρόκειται να χτυπηθούμε σήμερα. Ανώφελο να προκαλούν, δεν πρόκειται να απαντήσουμε. Θέλουμε μόνο να συζητήσουμε.

Η μεγάλη νύχτα

Ορθιοι πάνω σε ένα παγκάκι, στη διασταύρωση των οδών Σαιν Μισέλ και Σαιν Ζερμαίν, ο Κον Μπεντίτ και ο Ζυλύ, πλάι-πλάι, φωνάζουν μαζί «Σπάστε τις αλυσίδες». Όχι περιφρούρηση απόψε. Η ατμόσφαιρα, χαρούμενη στην αρχή της διαδήλωσης, όταν στο Ντανφέρ Ροσρώ φοιτητές και μαθητές ανακάλυπταν τη μαζικότητα και τη δύναμη τους, έχει βαρύνει. Η διαδήλωση, ελεγχόμενη στενά από τις αλυσίδες των αστυνομικών, ξεχύθηκε στο Μπουλβάρ Αραγκό, χαιρέτησε τους κρατούμενους στη Σαντέ μ’ ένα «Λευτεριά στους συντρόφους μας», πλημμύρισε τη Γκομπλέν, μπήκε στην οδό Μονζ.

Ο στόχος του φοιτητικού γενικού στρατηγείου ήταν να καταλάβουν ειρηνικά ένα συμβολικό μέρος, όπως το υπουργείο Δικαιοσύνης ή το ομώνυμο Παλαί. Οι τεράστιες αστυνομικές δυνάμεις το απαγορεύουν. Η διαδήλωση εισέβαλε στο Μπουλβάρ Σαιν Ζερμαίν και φτάνοντας εκεί όπου ο Ζυλύ και ο Ντάνυ ουρλιάζουν, διστάζει. Η μόνη ελεύθερη οδός είναι, περιέργως, το Μπουλβάρ Σαιν Μισέλ. Το ακολουθούν προχωρώντας προς την αποκλεισμένη Σορβόννη.

Ψηλά, στις παρυφές του κήπου του Λουξεμβούργου, η κεφαλή της διαδήλωσης σταματάει από μόνη της. Ούτε λόγος να προχωρήσουν μπροστά προς το Αστεροσκοπείο και να εγκαταλείψουν το διεκδικούμενο έδαφος. Ούτε λόγος, πολύ περισσότερο, απόψε να διαλυθούν σαν τους φουκαράδες, μετά από αυτό τον ορεκτικό περίπατο. Οι αρχηγοί αισθάνονται την άγρια επιθυμία των νέων, που φωνάζουν ασταμάτητα το σύνθημα του απογεύματος: «Θα φτάσουμε ως το τέρμα».

Όλοι ξέρουν ότι το έργο θα πάρει, μέσα στις επόμενες ώρες, ένα τέλος, όποιο και να ‘ναι αυτό. Οι ηγέτες του κινήματος, ζεσταμένοι από την αναβολή της Τετάρτης, δεν θα υποχωρήσουν. Ο Ζεσμάρ, ο Σωβαζό, ακόμα και ο Κον Μπεντίτ, και να ήθελαν να οδηγήσουν τη διαδήλωση αλλού, να την διαλύσουν, κανείς δεν θα τους ακολουθούσε.

Σταματούν εκεί που βρίσκονται, περιμένουν. Περιτριγυρισμένοι από έναν προστατευτικό κλοιό οι αρχηγοί συζητούν, προσπαθούν να φανταστούν μια διέξοδο ανάμεσα στην άμεση, βίαιη σύγκρουση και μια υποχώρηση που θα σκότωνε την ελπίδα. Οι νέοι αρχίζουν να βρίσκουν πως πολύ περίμεναν. Ομάδες πλησιάζουν τις αλυσίδες των αστυνομικών. Μερικοί θαρραλέοι θέλουν να επιτεθούν στη Σορβόννη, αρχίζουν να ξηλώνουν τα πεζοδρόμια.

Ο Αλαίν Τουραίν προειδοποιεί τον Κον Μπεντίτ:
_ Πρέπει πωσδήποτε να βρούμε κάτι για να εμποδίσουμε αυτές τις βλακείες.
Ο Ντάνυ αρπάζει μια ντουντούκα:

_ Δεν πρόκειται να μπούμε σ’ αυτή την πουτάνα τη Σορβόννη, μέχρι οι σύντροφοι μας να ελευθερωθούν.

Προσθέτει: «Απομακρυνθείτε, μη μένετε μαζεμένοι. Κάντε ομάδες συζήτησης. Θα μείνουμε εδώ. Το Καρτιέ μας ανήκει.»

Η εντολή διαδίδεται ταχύτατα. «Καταλαμβάνουμε το Καρτιέ, αναποδογυρίζουμε την κατάσταση, περικυκλώνουμε τους μπάτσους, ειρηνικά». Ο Σωβαζό σκαρφαλώνει στους ώμους του Ζεσμάρ και χρησιμοποιώντας ένα μεγάφωνο μεταδίδει το σύνθημα όλο και μακρύτερα. Προοδευτικά οι διαδηλωτές ανεβαίνουν, εγκαθίστανται στην πλατεία Εντμόν Ροστάν, μπαίνουν στην οδό Γκέυ-Λυσάκ. Η διαδήλωση απλώνεται, χωρίζεται. Στην οδό Λεγκόφ ακούγεται ξαφνικά ο μεταλλικός θόρυβος από τα πεζοδρόμια που ξηλώνονται. Άεργοι, παραμονεύοντας τα γεγονότα που δεν έρχονται, μερικοί νέοι έβγαλαν ένα στύλο της τροχαίας κι έχουν πιάσει δουλειά. Το πρώτο γρανιτένιο μπλοκ είναι έτοιμο! Άλλα ακολουθούν. Τα κάνουν σωρό. Ο κόσμος οργανώνεται, τα χέρια απλώνονται, μεταφέρουν το ρυτιδωμένο παραλληλεπίπεδο. Οι πλάκες του δρόμου ανοίγουν, τραβιούνται, αποκαλύπτουν μια κίτρινη άμμο. Ένας νεαρός κοιτάει με θαυμασμό αυτή την αποκάλυψη. Και γράφει σ’ ένα μεγάλο καθαρό τοίχο: «Κάτω από το δρόμο η παραλία».

Οι σωροί υψώνονται, γίνονται τοίχοι, οδοφράγματα, σύνορα που ορίζουν μια περιοχή ελεύθερη από τις δυνάμεις κατοχής. Κανείς δεν έδωσε εντολή γι’ αυτό. Η ιδέα ήρθε μόνη της, φυσιολογικά. Κι έχει τη δύναμη του προφανούς.

Σε λίγα λεπτά η πρωτοβουλία απλώνεται και σ’ άλλους. Το πάνω μέρος του Καρτιέ Λατέν μετατρέπεται σε εργοτάξιο όπου εκατοντάδες χέρια δραστηριοποιούνται. Όσες οικοδομές χτίζονταν λεηλατήθηκαν: ξύλα, κιγκλιδώματα, μαδέρια, σίδερα, όλα είναι καλά για να μεγαλώσουν τους ετερόκλιτους σωρούς. Τα σταθμευμένα στην άκρη του δρόμου αυτοκίνητα τραβήχτηκαν στη μέση και μερικές φορές αναποδογυρίστηκαν. Ένας κάτοικος της οδού Γκέυ – Λυσάκ κατεβαίνει για να δώσει ένα χεράκι, ώστε να βάλουν το ίδιο του το αυτοκίνητο δίπλα στον τοίχο με τις πέτρες. Ο Ερβέ Σαμπαλιέ, ένας από τους αρχηγούς των ομάδων περιφρούρησης της JCR, βλέπει ενθουσιασμένος το μικρό άσπρο Φίατ του να συντροφεύει τα θεμέλια ενός οδοφράγματος.

Κανένας στρατάρχης δεν καθορίζει την τοποθέτηση των οχυρωμάτων. Υψώνονται εκεί που σταματά η αλυσίδα ή εκεί όπου ρίχτηκε η πρώτη πέτρα. Ο Κον Μπεντίτ τρέχει από οδόφραγμα σε οδόφραγμα και επαναλαμβάνει ακούραστα:

_ Κυρίως μην επιτίθεστε στους μπάτσους. Τα οδοφράγματα είναι αμυντικά, για να προφυλαχτούμε. Κάνουμε ειρηνική κατάληψη.

Οι οικοδόμοι στην οδό Λεγκόφ, στις πρώτες σειρές, μοιάζουν ιδιαίτερα νευρικοί, ερεθισμένοι. Θέλουν να ριχτούν στη μάχη χωρίς καθυστέρηση. Ο Ντάνυ προσπαθεί να τους ηρεμήσει, εξηγεί την τακτική. Είναι νεαροί εργάτες από το Σαιν Ντενί, κι ένας από αυτούς λέει στον ηγέτη των φοιτητών.

_ Τα τρία σημεία σας εσείς θα τα πάρετε σίγουρα. Αλλά κι εμείς έχουμε προβλήματα. Λοιπόν, ακόμη κι αν η κυβέρνηση υποχωρήσει, μην διαλυθείτε. Πρέπει να κρατήσετε και για τους υπόλοιπους, εμάς.

Βαριά ευθύνη. Ο Κον Μπεντίτ φοβάται το ματοκύλισμα. Διασχίζει τους δρόμους και διαπιστώνει ότι τα οδοφράγματα δεν είναι κολλητά, ότι σε περίπτωση επίθεσης οι υπερασπιστές τους μπορούν να διαφύγουν. Καθένας προετοιμάζεται για την έφοδο χωρίς να το πιστεύει αληθινά.

Στο οχυρωμένο στρατόπεδο δεν βασιλεύει το άγχος, μα η χαρά, η γιορτή. Ακόμη περισσότερο, ένα είδος ευθυμίας που μοιράζονται όλοι, καρπός της αίσθησης ότι ζουν εκπληκτικές ώρες, συγκινητικές, που θα σημαδέψουν τη μνήμη. Είναι η ευκαιρία, με την οποία ξαναβρίσκονται όλοι. Γνωστοί και άγνωστοι αλληλοσυγχαίρονται. αγκαλιάζονται. Φίλοι που είχαν χρόνια να βρεθούν, εμφανίζονται, μ’ ένα δοκάρι στο χέρι, στην άκρη του οδοφράγματος:
_ Κι εσύ εδώ;
_ Δε θα το ‘χανα αυτό, διάολε. Τόσο καιρό.

Όλοι αυτοί που διέσχιζαν το Καρτιέ την τελευταία δεκαετία, ποτισμένοι από την πολιτική, αγωνιστές της UNEF και της UEF, καθολικοί που το γύρισαν αριστερά, Βετεράνοι της αντίστασης στον πόλεμο της Αλγερίας, απομακρυσμένοι λόγω των επαγγελματικών τους υποχρεώσεων από τον κήπο της εφηβείας τους, είναι στο ραντεβού, έτοιμοι όπως χτες, σαν να ήταν πάντα είκοσι ετών, μεταξύ των εικοσάχρονων διαδηλωτών. Ο Αλαίν Φορνέ, ο Ντεντέ Σενίκ, ο Μισέλ Μπυτέλ, δεν χωρίζονται, διασχίζουν τα δρομάκια από το ένα οδόφραγμα στο άλλο, χαιρετούν τους γνωστούς που ξαναβρίσκουν. Ο Σερζ Ζυλύ και η Πρίσκα Μπασλέ κολλάν στον Ζεσμάρ και δεν τον αφήνουν βήμα. Ο Κραβέτζ κι ο Πενινού αναλαμβάνουν την πλευρά της πλατείας Κοντρσκάρπ. Ο Κριβίν κι ο Βεμπέρ είναι στην οδό Γκέυ-Λυσάκ.

1. Από το βιβλίο των Hervé Hamon και Patrick Rotman, Generation (Η Γενιά), τόμος Ι: Τα χρόνια του ονείρου, που εκδόθηκε το Μάρτιο του 1987 από τις Εκδόσεις Seuil και περιγράφει όλη την ιστορία της γενιάς του ’68, επιλέξαμε ορισμένα αποσπάσματα για την εξέγερση του Μάη του 1968. Σ’ αυτά τα αποσπάσματα, δοσμένα με κινηματογραφικό τρόπο, οι πρωταγωνιστές του Μάη, «επώνυμοι» και «ανώνυμοι», δημιουργούν την ιστορία τους.

Τη συνέχεια του κειμένου μπορείτε να τη βρείτε εδώ, http://www.ardin.gr/page/issue.php?id=5d7781fe-b00d-0b48-0b14-00003c43

Advertisements

περιμένουμε τα σχόλιά σας!

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s