Ιθαγενείς

Για την Γενιά των 600ων ευρώ

Σχολιάστε

…Το παρακάτω κείμενο, δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Ρήξη, στην «σελίδα των Ιθαγενών», η οποία εγκαινιάστηκε στο τρέχον φύλλο της εφημερίδας…

 

 Ο Βανεγκέμ έλεγε κάπου ότι η εγγύηση ότι δεν θα πεθάνουμε από την πείνα δεν συνεπάγεται και την εγγύηση ότι δεν θα πεθάνουμε από την πλήξη. Η πείνα και η πλήξη συνιστούν τις δύο συμπληγάδες ανάμεσα από τις οποίες θα πρέπει να περάσουμε εμείς, η περιώνυμη γενιά των 600 ευρώ.

Ως γνωστόν, με 600 δεν μπορείς σήμερα να ζήσεις. Κι όπως στη μητρόπολη σήμερα κάθε τι, η κοινωνικότητα, η διασκέδαση, η μόρφωση –ακόμα και μια μικρή βόλτα– έχει ενσωματωθεί στην καλπάζουσα οικονομία των υπηρεσιών, η αδυναμία να τις αποκτήσεις σημαίνει ταυτόχρονα και μια άκρως καταθλιπτική μιζέρια: Σημαίνει ότι καθηλώνεσαι, μιας και τα οικονομικά σου σε καταδικάζουν να μείνεις «μέσα», ψόφιος και μόνος, εξόριστος στην τηλεοπτική εξορία του σαλονιού σου. Κι ότι είσαι υποχρεωμένος να υφίστασαι την επιδεικτική επίδειξη της χλιδής της ισχνής μειοψηφίας της κοινωνίας, ακούγοντας από πάνω το αφεντικό ή την πολιτική ηγεσία του τόπου να επαναλαμβάνουν, εν είδει καθημερινής προσευχής, πως η «πρόοδος απαιτεί θυσίες».

Η λύση όμως βρίσκεται μόνο δύο κλίμακες πιο πάνω, στα 1200 ευρώ; Η φυγή, δηλαδή, από τη μιζέρια της ανέχειας σημαίνει ότι πρέπει, μαθηματικά να εγκλωβιστούμε σε μια ζωή «πλήρη αγαθών» αλλά τόσο πληκτική λόγω του κενού των συναισθημάτων, των σχέσεων και των συλλογικών εμπειριών; Πρέπει, δηλαδή, σώνει και καλά, να γίνουμε κι εμείς με τη σειρά μας τα ’ζάκια των πολυκαταστημάτων, των αντιπροσωπειών αυτοκινήτων, του ΙΚΕΑ και των ηλεκτρικών υπεραγορών; Ποιος ο λόγος; Είμαστε ήδη βαθιά μέσα στον κύκλο της κυριαρχίας των εμπορευμάτων, για να μπορούμε να διαπιστώσουμε πως η ολοκληρωτική τους επικράτηση σημαίνει ταυτόχρονα μια ριζική περιβαλλοντική καταστροφή κι ένα μοναχικό πλήθος σε διαρκή κατάθλιψη. Κι έχουμε αυτιά και μάτια, βλέπουμε κι ακούμε τον Νεοέλληνα της εποχής μας, πόσο μονότονα συζητάει καθημερινά μόνο για μπάλα, για φαΐ και ταξίδια, με την πρώτη να παίζει τον ρόλο της υποκατάστασης οποιασδήποτε συλλογικής ταύτισης, το δεύτερο να εκφράζει την ουσία της ρωμαϊκού τύπου παρακμής που ζούμε, και τα τρίτα να εκδηλώνουν την ακαταμάχητη ανάγκη για φυγή από το τέλμα της ασυνάρτητης επαρχίας της Ευρώπης που λέγεται Ελλάδα.

Το να αγωνιζόμαστε, επομένως, για μια θέση σ’ έναν τέτοιον ήλιο θα ’πρεπε να φαντάζει σε όλους μας ένα εγχείρημα έωλο και παράταιρο. Γι’ αυτό και πρέπει ν’ αρνηθούμε τόσο το μοντέλο της ανασφάλειας όσο και το πρότυπο της καταναλωτικής μας αποκατάστασης. Να εφεύρουμε έναν νέο τρόπο ζωής, ο οποίος ν’ αρνείται τη λογική της αδιάκοπης συσσώρευσης των εμπορευμάτων, προς όφελος της ανάδειξης των σχέσεων, της κοινωνικότητας, της επικοινωνίας, της συλλογικής συνεύρεσης. Κι αν αυτό φαντάζει πολύ μακρινό ή αρκετά γενικό, ρωτήστε γύρω σας να μάθετε: Υπάρχουν ήδη αρκετοί σαν κι εμάς, οι οποίοι, αρχικά για οικονομικούς λόγους, εγκατέλειψαν τα σπίτια τους κι άρχισαν να μένουν όλοι μαζί, ανά τρεις, τέσσερις ή πέντε, σε μεγαλύτερα σπίτια, προκειμένου να μοιράζονται τα λειτουργικά έξοδα. Στον δρόμο βεβαίως ανακάλυψαν πως η κίνηση αυτή τούς απέφερε κάτι παραπάνω από μια οικονομική ανακούφιση, ότι ήταν ένα βήμα προς την επινόηση ενός νέου «μαζί», που άλλαξε σημαντικά τις ζωές τους. Κι αυτό αποτελεί ένα ελάχιστο δείγμα για το τι μας επιφυλάσσει η απόπειρα για μία συνολικότερη αλλαγή στη στάση ζωής – για μια κίνηση που δεν θα σταματά στο «πόσο», αλλά που θα ενδιαφέρεται και για το «πώς».
Εμείς, η «γενιά των εξακοσίων», πρέπει να μάθουμε να εξεγειρόμαστε εναντίον της μιζέριας που μας επιφυλάσσεται, δίχως να περιοριζόμαστε μόνο στον μισθό. Ναι, αυτά που παίρνουμε είναι ελάχιστα. ναι, αφού τα παράγουμε, είναι προφανές ότι μας τα κλέβουν. και ναι, σ’ αυτή τη χώρα, όπου το Δημόσιο αντιμετωπίζεται με τη μεγαλύτερη απαξίωση, είναι προφανές ότι ο πλούτος του –δηλαδή ο κόπος μας– έχει υποστεί συστηματική λεηλασία από εκείνες τις δυνάμεις που αφήνονται καθημερινά να την πραγματοποιούν, ανενόχλητες από τη δικαιοσύνη και τους νόμους, την ολιγαρχία. Όλα αυτά όμως δεν σημαίνουν ότι πρέπει να αποδεχτούμε την ηγεμονία των ίδιων δυνάμεων που μας περιθωριοποιούν, πάνω στις ανάγκες και τις ζωές μας. Όντως, πρόκειται περί μιας δύσκολης ακροβασίας μεταξύ της ανέχειας και της καταναλωτικής αλλοτρίωσης. Αυτή η διπλή άρνηση, όμως, είναι σε θέση να παραγάγει μια κατάφαση σ’ έναν τρόπο ζωής που ζητούμενό του θα είναι η ποιότητα και όχι η ποσότητα.

Advertisements

περιμένουμε τα σχόλιά σας!

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s