Ιθαγενείς

Για τον συντηρητισμό της άρνησης

Σχολιάστε

[παραθέτουμε ένα πολύ καλό κείμενο του Νικόλα Σεβαστάκη από την Αυγή της Κυριακής (22/10/2007), σε σχέση με την πολιτική σημειολογία των εννοιών «πρόοδος» και «συντήρηση» μ’ έναν μικρό αστερίσκο, όπου καταθέτουμε τα ψύγματα του προβληματισμών αναπτύχθηκαν διαβάζοντάς το].

Του Νικολα Σεβαστακη

Με αφορμή την άρνηση πολιτικών και συνδικαλιστικών δυνάμεων της Αριστεράς να παρουσιαστούν στον περίφημο διάλογο για την αναμόρφωση του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης ακούω ήδη, εδώ και εκεί, τον γνωστό ψόγο: αυτό είναι μια συντηρητική στάση, άλλο ένα δείγμα –λένε κάποιοι– της καθήλωσης στην «ακινησία» και στην αντίδραση απέναντι στο αυτονόητο. Αποδεικνύεται –συνεχίζει το ίδιο επιχείρημα– ότι αυτό που ονομάζουμε σήμερα Αριστερά έχει πάψει να λειτουργεί ως δύναμη ανανέωσης και μετασχηματισμού του πρακτικού κόσμου~ ότι συνιστά, κατ’ ουσία, ένα σύνολο αμυντικών reflex ή ένα είδος χώρου δυσφορίας ο οποίος δεν είναι σε θέση να επενεργήσει, θετικά, στο παρόν και προτιμά να «εμποδίζει» την εκάστοτε ημερήσια διάταξη να ξετυλίξει όλες της τις δυνατότητες. Πρόκειται για ψόγο που χθες με τα εκπαιδευτικά, σήμερα με το ασφαλιστικό, αύριο με κάτι άλλο, θέτει συνεχώς το ερώτημα για το νόημα της άρνησης σε έναν κόσμο που, υποτίθεται, ότι κινείται από μια ακατάβλητη θετικότητα –από μια ατελή μεν αλλά πολλά υποσχόμενη δημοκρατία των διαλόγων και των διασταυρούμενων συναινέσεων. Και αναρωτιέται, ο αφελής, ποιο είναι λοιπόν το αυτονόητο; Υπάρχει εν τέλει ένα «ρεύμα του αυτονόητου», για να δανειστώ μια έκφραση που σε άλλα, αμιγώς ενδοπασοκικά, συμφραζόμενα ακούστηκε τον τελευταία καιρό;

Θα το πω, ίσως σκληρά, αλλά ελπίζω χωρίς να αδικώ την πραγματικότητα, τουλάχιστον αυτή την πραγματικότητα την οποία παρακάμπτει ο διαλογικός καθωσπρεπισμός των καιρών. Νομίζω ότι για μια ορισμένη αμετανόητη πολιτικο-επιχειρηματική τάξη, αυτή την τάξη που άφησε να δημιουργηθεί η Ελλάδα του Ασωπού και των Οινόφυτων, της Πάρνηθας και της Ηλείας, η Ελλάδα των φρακαρισμένων δρόμων και των ευτυχισμένων τραπεζών, της γραφειοκρατικής παρακμής της δημόσιας υπηρεσίας και μιας λαθρεμπορικής ιδιωτικής πρωτοβουλίας, το αυτονόητο φαίνεται να είναι απλώς η γενίκευση των κακών χρήσεων. Και όχι μόνο η γενίκευση των κακών χρήσεων αλλά και η κοινωνική αποδοχή τους ως τετελεσμένων ενός «υπερβατικού» δρόμου προς την πρόοδο. Κάπου εδώ βλέπουμε την Ελλάδα της mesusage, σύμφωνα με τον όρο τον οποίο προτείνει ο Γάλλος πολιτικός επιστήμονας και κοινωνικός κριτικός Πωλ Αριές για να χαρακτηρίσει τους τρόπους παραγωγής και τις καταναλωτικές πρακτικές που δεσπόζουν στον σημερινό καπιταλισμό ή «υπερκαπιταλισμό»^1^. Η κακοχρησία, λέει ο Αριές, είναι το πιο εμφανές αποτέλεσμα που έχει η υποβάθμιση της παραγωγικής εργασίας και η γλυκιά τυραννία του καταναλωτή πάνω στον χρήστη. Ενώ ο ευτελισμός του κόσμου της εργασίας, η πολύπλευρη πολιτική και πολιτισμική του περιθωριοποίηση στην εποχή των επισφαλών, κακοπληρωμένων, ευέλικτων «jobs», είναι πλέον η συμπληρωματική όψη της κακομεταχείρισης των πηγών της ζωής και της δήωσης των υλικών όρων για μια αξιοπρεπή κοινωνική ύπαρξη. Η αστάθεια, η εισοδηματική συμπίεση, η αύξηση της αβεβαιότητας σε σχέση με τα σχέδια ζωής των ανθρώπων προικοδοτεί την καθημερινότητα της πλασματικής οικονομίας: την κουλτούρα του υπερδανεισμού στην οποία η τεχνητή επίταση της ατομικής ευημερίας φτιάχνεται με εκπτωτικά κουπόνια και δωροεπιταγές, με άγχη απόδρασης και «ήπιας» μεσοαστικής κατάθλιψης, με αποξένωση από το φυσικό περιβάλλον και κρούσεις νέων μορφών ηθικής βαρβαρότητας και ατομικιστικής απόσχισης.

Αν έτσι έχουν τα πράγματα, αν δηλαδή το ευλογημένο αυτονόητο κρύβει κυρίως τη διαχείριση τρόπων κακοχρησίας και τον σκληρό πυρήνα της εκσυγχρονιστικής δογματικής θεολογίας, ένας ορισμένος αρνητικός «συντηρητισμός» πρέπει να είναι εξίσου αυτονόητος. Αυτονόητος διότι αυτό που διακυβεύεται σήμερα δεν είναι καμιά πορεία προς τον καλύτερο δυνατό κόσμο, κανένα κοινό καλό αλλά κάτι πολύ πιο πεζό: η απρόσκοπτη εφαρμογή ή η σχετική, έστω, αποτροπή των κακών χρήσεων της γης, των αστικών χώρων, της ίδιας της ψυχικής υποκειμενικότητας.

Όταν, επί παραδείγματι, το είδος εξορθολογισμού που προτείνεται για την εκπαίδευση στρέφεται γύρω από την υποκατάσταση της ακαδημαϊκής παιδείας από την κατάρτιση και το άνευ όρων άνοιγμα ενός δημόσιου θεσμού στις αξίες της αγοράς, προαναγγέλλεται η ένταση των κακών χρήσεων της γνώσης και όχι η αναβάθμισή της. Όταν, από την άλλη, το «νοικοκύρεμα» της κοινωνικής ασφάλισης συνδέεται, από τους ιερείς του αυτονόητου, με την αποδοχή ορατά επαχθέστερων όρων διαβίωσης για τους περισσότερους, και κυρίως τους νεότερους, νοικοκύρεμα είναι απλώς ένας ευφημισμός για την παραγωγή νέων απορρυθμίσεων και κοινωνικών φθόνων. Και όταν, τέλος, η λιτάνευση των ειδώλων της ανάπτυξης ταυτίζει την ευημερία με |την μεγιστοποίηση επιφανειακών αποδόσεων| υποτιμώντας τα θεμελιώδη –το νερό, τον αέρα, τον ελεύθερο δημόσιο χώρο, τις αναπνοές και τους χρόνους των ανθρώπων– το αυτονόητο πρέπει να είναι μια επιθετική πολιτική αποτροπής και όχι η κομψή σοφιστική του λιγότερου κακού.

Αλλά, θα αντιτείνει ο δύσπιστος, υφίσταται στην Ελλάδα «υπερκαπιταλισμός» (hypercapitalisme); Μήπως οι κριτικές ενοράσεις του Αριές αναφέρονται σε κοινωνίες που έχουν λύσει βασικά προβλήματα υποδομής ενός «ορθολογικού καπιταλισμού» και όχι σε συστήματα με διαρθρωτικές στρεβλώσεις και αρχαϊκές αποκρυσταλλώσεις; Η απορία είναι σοβαρή και, φυσικά, δεν μπορεί να τύχει συνοπτικής καταδίκης σε ένα κριτικό σημείωμα. Αλλά προδίδει μια κάπως αφελή εξελικτική φιλοσοφία για τον τρόπο με τον οποίο αλλάζει μια κοινωνία, οι κώδικες των αξιών της, οι λειτουργίες των θεσμών της και το ηθικό υπέδαφος των πρακτικών της. Περισσότερο βάσιμη φαίνεται η υπόθεση ότι ζούμε σε μια κοινωνία στην οποία οι κακές χρήσεις αντιστοιχούν σε αυτό που στην ιατρική ονομάζουν πολυπαραγοντική ασθένεια. Συνδέονται, δηλαδή, τόσο με τη φθορά παραδοσιακών προτύπων και πρακτικών όσο και με τη διείσδυση του επιθετικού «υπερκαπιταλισμού» στην καθημερινότητα Για παράδειγμα, η οικολογική κρίση της Ελλάδας των χωματερών και των μπαζωμένων ρεμάτων συμπληρώνεται από νέες μορφές συμβολικής ένδειας που σχετίζονται με μια οικολογική φθορά του πνεύματος^2^ σε συνθήκες απελευθέρωσης ενός γυμνού ατομικισμού στηριγμένου στην «μετατροπή των επιθυμιών σε ορμές». Στην υποβάθμιση του υλικού κόσμου προστίθεται έτσι ο ακρωτηριασμός του πνεύματος και της κριτικής πνευματικότητας.

Με αυτή την έννοια και επανερχόμενος στο αρχικό ερώτημα για το αν η σημερινή άρνηση των προτεινόμενων διαλόγων είναι συντηρητική, η απάντηση είναι πολύ πιο σύνθετη από όσο φαντάζονται οι συνήθεις ερωτώντες. Θα μπορούσε κανείς να αντιτείνει ότι μια ριζοσπαστική πολιτική του πνεύματος –και τέτοια πρέπει να είναι κάθε έλλογη κριτική στο σημερινό σύστημα και στις συνέπειές του– οφείλει να παρεμποδίζει τις κακές χρήσεις των υλικών και διανοητικών αγαθών που συναπαρτίζουν τη σάρκα του κοινού μας βίου. Όπως έγραφε τρεις δεκαετίες παλιότερα ο παραγνωρισμένος φιλόσοφος Γκίντερ Άντερς (Guenther Anders):

«Σήμερα δεν αρκεί πλέον να μετασχηματίζουμε τον κόσμο. Πριν από όλα πρέπει να τον διατηρήσουμε. Και έπειτα μπορούμε να τον μετασχηματίσουμε, σε μεγάλο βαθμό, και μάλιστα με επαναστατικό τρόπο. Αλλά πριν από όλα οφείλουμε να είμαστε συντηρητικοί με την αυθεντική έννοια, συντηρητικοί με μια έννοια που κανένας άνθρωπος ο οποίος προβάλλει ως συντηρητικός δεν θα αποδεχόταν».

1. Paul Aries, |Le mesusage. Essai sur l’ hypercapitalisme|, Paris, Parangon, 2007.
2. Bernard Stiegler, «De l’ economie libidinale a l’ ecologie de l’ esprit», συνέντευξη στο |Multitudes| (http://multitudes.samizdat.net/spip.php).

Ο Νικόλας Σεβαστάκης διδάσκει στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ

 

* (ΑΣΤΕΡΙΣΚΟΣ)

Όση σημασία έχει να αποκαλύψουμε το εργαλειακό περιεχόμενο του «προοδευτικού μονόδρομου» στον οποίο μας έχει εγκλωβίσει η παγκοσμιοποίηση, άλλο τόση έχει να ‘δούμε τι υπερασπιζόμαστε απέναντί του.

Βεβαίως και ιστορικά αυτές οι μορφές εξέφρασαν στρατηγικές υποχωρήσεις από την πλευρά του κεφαλαίου μπροστά σε ρωμαλέους κοινωνικούς και λαϊκούς αγώνες–και ως τέτοιες θα πρέπει να τις υπερασπιστούμε. Υπ’ αυτήν την έννοια, η επιλογή της συντήρησης συνιστά επί της ουσίας έναν αγώνα για την διατήρηση αυτών των κεκτημένων, η οποία εξαρτάται κυρίως από παράγοντες υποκειμενικούς: Το κατά πόσο μία κοινωνία θα είναι ενεργεί για να υπερασπιστεί αλλά και να ανανεώσει το περιεχόμενο αυτών ρυθμίσεων.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως και στις φοιτητικές κινητοποίησεις– στις οποίες όλοι από εμάς συμμετείχαμε– ορισμένες φορές αισθάνομαστε ότι υπερασπιζόμαστε «ένα πουκάμισο αδειανό».

Με την έννοια ότι– όντως–τόσο η κεϋνσιανή ρύθμιση όσο και το κοινωνικό κράτος είναι πολιτικές μορφές που από καιρό έχουν εισέλθει σε φάση ανυπέρβλητης κρίσης και– γιατί όχι;– εξάντλησης.

Τι υπερασπιζόμαστε–επομένως; Ένα εκπαιδευτικό σύστημα δεινοσαυρικού, στο πλαίσιο του οποίου αναπαράγονται «μάνατζερς» και γραφειοκρατίες που νέμονται τον κοινωνικό πλούτο.

…Και Ταμεία τα οποία αφ’ ενός αντιμετωπίζουν τεράστια ελλείμματα, τα οποία προκύπτουν από τις αντί-οικονομίες κλίμακας που αναπτύσσονται σ’ ένα πολύ πολύπλοκο, συγκεντρωτικό και πολυδαίδαλο μοντέλο και αφ’ ετέρου που κινούνται ως συλλογική μεγαλό-καπιταλιστές κάνοντας μπίζνες στα χρηματιστήρια.

Βεβαίως και ο κύριος εχθρός είναι ο φιλελευθερισμός της παγκοσμιοποίησης και του Κεφαλαίου, και βεβαίως το πρώτο που έχουμε να αντιμετωπίσουμε είναι η αγορά.

Εάν είναι όμως να την πολεμήσουμε με τις ιδέες του 1920 , τότε κάπου αισθανόμαστε ότι το παιχνίδι είναι χαμένο– χώρια που έτσι δίνουμε ένα άλλοθι αναπαραγωγής στις λογιών-λογιών γραφειοκρατίες

Συμπερασματικά (και λίγο άτσαλα): Νομίζουμε ότι η κίνησή μας πρέπει να ομοιάζει με το βλέμμα του Μάρτιν Φέλτμαν (βλέπε παρακάτω)

 

Όπερ: Με το ένα μάτι να κοιτάξουμε πίσω, δίχως κανέναν κόμπλεξ έναντι της προοδολαγνείας του εργαλειοποιημένου εκσυγχρονισμού. Με το άλλο, όμως, να κοιτάξουμε αποφασιστικά μπροστά, αναζητώντας μία πολιτική για το δημόσιο που να υπερβαίνει την διελκυστίνδα ιδιωτικό-κρατικό…

Το «όλον» (χι-χι) των Ιθαγενών

Advertisements

περιμένουμε τα σχόλιά σας!

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s