Ιουνίου 26, 2009
Κατηγορίες: Uncategorized . . Author: ithageneis . Σχόλια: Γράψτε ένα σχόλιο

Για ένα Εναλλακτικό Κίνημα Νεολαίας
Τα τελευταία χρόνια, όσο η κρίση του μεταπολιτευτικού πολιτικού συστήματος διογκώνεται, άλλο τόσο επιτείνονται οι «επιθέσεις φιλίας» όλων των πολιτικών δυνάμεων στην νεολαία. Οι κύκλοι κλείνουν, άλλοι προς το παρόν δεν φαίνεται να ανοίγουν κι έτσι τα μεταπολιτευτικά ζόμπι όλων των αποχρώσεων αναζητούν «φρέσκη σάρκα» για να εκθρέψουν τους σκουριασμένους πολιτικούς τους μηχανισμούς. Με τεχνικές δανεισμένες από τις επιστήμες του μάρκετινγκ και της διαφήμισης, έχουν ξεκινήσει μια επικοινωνιακή πορεία «προς τους νέους» προσπαθώντας να επιτύχουν ένα πολιτικό λίφτινγκ. Στόχος, να απαλλοτριώσουν τα νεανικά ακροατήρια, για να τα μεταβάλουν σ’ ένα προσωπείο ανανέωσης.
Στην πραγματικότητα όμως, γινόμαστε ο στόχος ενός πολιτικού σαφάρι. Ναι, η νεολαία –όπως και ο υπόλοιπος ελληνικός λαός– βλέπει την οικονομική, κοινωνική, πολιτιστική και περιβαλλοντική κρίση να υπονομεύει καίρια το μέλλον της. Απέναντι σ’ αυτήν την πραγματικότητα, το μόνο που κάνουν όλοι είναι να υπόσχονται, όντας λαϊκιστικά συνεπείς, μπλε, πράσινες, πορτοκαλί ή οικολογικές θέσεις εργασίας. Ψεύδονται ασύστολα. Και τούτο όχι γιατί δεν θέλουν να τις βρουν, αλλά γιατί δεν μπορούν. Γιατί η αλήθεια είναι ότι η ανεργία, η ακρίβεια και τα λοιπά «προβλήματα της καθημερινότητας» είναι απόρροια ενός ευρύτερου αδιεξόδου που αφορά το μέλλον του τόπου κι όχι απλώς την «γενιά των 700» ή –αντίστοιχα– τις υπόλοιπες κοινωνικές κατηγορίες. Και πάνω σ’ αυτό δεν έχουν να πουν τίποτε. Γι’ αυτό και οι περισσότεροι προτιμούν να μας προσεγγίζουν απλώς ως «αγωνιώδεις καταναλωτές» τάζοντάς μας ανύπαρκτες θέσεις και μισθούς, που θα μας επιτρέψουν να ονειρευτούμε μια θέση σ’ ένα καταναλωτικό όνειρο που απομακρύνεται ολοένα και περισσότερο. Ενώ οι υπόλοιποι, επιδιώκουν να καρπωθούν την αγανάκτηση και την διαμαρτυρία, προτιμώντας μας βουβούς ή μηδενιστές, ώστε να μπορούν να μιλούν αυτοί για λογαριασμό μας από την τηλεόραση και να παίζουν τα δικά τους παιχνίδια στις πλάτες μας.
Η συντριπτική πλειοψηφία των ελληνικών πολιτικών σχηματισμών δεν έχουν θέση πάνω στην συνολική στρατηγική της Ελλάδας. Για το ότι δηλαδή, όσο περνάει ο καιρός, γινόμαστε όλο και πιο πολύ πολιτικά υποτελείς στις παγκόσμιες και τις περιφερειακές υπερδυνάμεις, τις ΗΠΑ, την Ε.Ε. και την Τουρκία – αλλά και για το ότι η παγκοσμιοποίηση μας έχει «αργεντινοποιήσει» μεταβάλλοντας μας σε μια «χώρα γκαρσονιών» που δεν παράγει τίποτε, ανίκανη να ορθώσει μια αποτελεσματική άμυνα απέναντι στην κρίση που δεν θα θίγει τα λαϊκά στρώματα. Ούτε για το ότι, έχουμε καταντήσει πλήρως απογυμνωμένοι από κοινότητες¸ αλληλεγγύη, αξίες και πρότυπα παιδείας – παράγοντες που θα επέτρεπαν στην αυτο-οργάνωση της κοινωνίας σε πλατιά κλίμακα, ώστε να αντιμετωπίσει από μόνη της την θύελλα της διάλυσης.
Κάτι τέτοιο συμβαίνει διότι οι εξουσιαστικοί μηχανισμοί έχουν διαβρώσει τόσο πολύ τις πολιτικές δυνάμεις, ώστε όλοι είναι δεμένοι με τον έναν ή τον άλλον τρόπο αρκετά μαζί τους ώστε να μπορέσουν να τους αμφισβητήσουν. Γιατί, για παράδειγμα, ποιος θα πάει κόντρα σήμερα στην ολιγαρχία της τηλεόρασης; Ποιος θα τολμήσει να τα βάλει με τον Πρετεντέρη ή το Λαζόπουλο; Ελάχιστοι, κι αυτοί αποδεικνύονται τραγικά ανεπαρκείς στο να εμπνεύσουν και να δώσουν όραμα.
Υπό αυτές τις συνθήκες, ένα κίνημα νεολαίας δεν πρόκειται να υπάρξει και να καταστεί αυθεντικό, αν δεν είναι πραγματικά εναλλακτικό. Κι εναλλακτικό σημαίνει να αμφισβητήσει ριζικά τα ήθη, τις πρακτικές, τον λόγο και τις πολιτικές του θνήσκοντος πολιτικού και κοινωνικού καθεστώτος. Να συνδυάσει, τα προσωπικά αδιέξοδα με μια νέα αίσθηση συλλογικότητας, την αγωνία για δουλειά με μια νέα ευαισθησία για το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον αυτού του τόπου* Και να δώσει απάντηση στα αδιέξοδα, όχι με υποσχέσεις αλλά εμπνέοντας ένα νέο, συνολικό όραμα για την εθνική ανεξαρτησία, την κοινωνική χειραφέτηση, την οικολογία και την άμεση δημοκρατία. Και σε οποιαδήποτε περίπτωση, η πολυθρύλητη «επιστροφή των νέων στην πολιτική» δεν πρόκειται να πραγματοποιηθεί με όρους υποταγής στις τρύπιες κομματικές σημαίες του παρελθόντος και αποδοχή των λαϊφστάιλ ιδεολογημάτων του συρμού, αλλά, αντίθετα, μέσα από την ριζική ανατροπή του πολιτικού λόγου και της ατζέντας που σήμερα κυριαρχεί.
Είμαστε σε θέση να ξεκινήσουμε προς αυτήν την κατεύθυνση; Ποιοι είναι οι όροι για μια τέτοια απόπειρα; Τι σημαίνουν όλα αυτά για την καθημερινότητά μας, μέσα σ’ αυτές τις άθλιες πόλεις, τα άθλια σχολεία και τις άθλιες σχολές; Μπορεί να γίνει πράξη έστω κι ένα ψίχουλο απ’ όλα αυτά;
Αυτά τα ερωτήματα θα μας απασχολήσουν στην 1η Πανελλαδική Συνάντηση, 16-19/07 στην Άνω Γατζέα του Πηλίου. Εκεί, μακριά από την κονσερβοποιημένη διασκέδαση, και τον τουρισμό των μεγάλων ξενοδοχείων και των Rooms to let, θα προσπαθήσουμε σε μια αυτό-οργανωμένη κατασκήνωση να προσεγγίσουμε μ’ αυτήν την ματιά, ό,τι καθημερινά μας απασχολεί…
———————————–
Οι νέοι και νέες του Άρδην και της Ρήξης θα πραγματοποιήσουν την πρώτη τους πανελλαδική συνάντηση «για ένα εναλλακτικό κίνημα νεολαίας».
Η τριήμερη συνάντηση θα γίνει στο χωριό Άνω Γατζέα, στο Πήλιο, από την Πέμπτη 16 έως την Κυριακή 19 Ιουλίου 2009.
Θα πραγματοποιηθούν συζητήσεις, προβολές ντοκιμαντέρ, περιηγήσεις, μουσική και συντροφική κουζίνα.
Το πρόγραμμα των συζητήσεων περιλαμβάνει:
Πέμπτη 16/07
18:00: «Το αμερικάνικο όνειρο αλά ελληνικά», Η διάλυση των πόλεων & η κατάρα του αυτοκινήτου.
Παρασκευή 17/07
18:00: «Στο μυαλό είναι ο στόχος», Παρεμβαίνοντας στο παγκοσμιοποιημένο πανεπιστήμιο.
Σάββατο 18/07
18:00: «Να φύγουν όλοι», Για ένα κίνημα ενάντια στην εθνομηδενιστική-παρασιτική άρχουσα τάξη.
Για περισσότερες πληροφορίες και δηλώσεις συμμετοχής στα τηλέφωνα:
Αθήνα: 6972720422 , Θεσ/νίκη: 6947219501 – 6973393122 , Πάτρα: 6977510730
***
Οι εκδηλώσεις και οι προβολές, θα πραγματοποιηθούν στο Μουσείο της Ελίας Πήλιον Όρος το οποίο βρίσκεται δίπλα από τον σιδηροδρομικό σταθμό της Άνω Γατζέας. Η κατασκήνωση θα γίνει πέριξ του μουσείου και του σταθμού
Ιθαγενείς

Εκδήλωση περιοδικού Άρδην και της Εφημερίδας “Ρήξη” στη Θεσσαλονίκη
Το πλαίσιο των Ευρωεκλογών και τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της κάλπης
Εισηγητές: Θανάσης Τζιούμπας
Γιώργος Ρακκάς
Δευτέρα 15-6 ώρα 21:00
Βαλαωρίτου 1& και Δωδεκανήσου 3 ος όροφος
Τηλ επικοινωνίας: 2310-543751/ 6947219501
Το «εφετείο», η ευρύτερη κατάσταση στο κέντρο της Αθήνας, αλλά και τα «κορανικά» ξύπνησαν βίαια μια ολόκληρη κοινωνία από τον λήθαργό της. Αίφνης, όλοι, ακόμα ο φανατικός «πολυπολιτιστής» Τάκης Καμπύλης, αναφέρονται στα αδιέξοδα του μεταναστευτικού ζητήματος.
Επί χρόνια, οι άρχουσες τάξεις άφηναν την αόρατη χείρα της αγοράς ν’ ασχοληθεί με τους μετανάστες χτίζοντας ένα άτυπο δουλοκτητικό καθεστώς. Αρνήθηκαν να διαμορφώσουν μια πολιτική ενσωμάτωσης των μεταναστών, να αποτρέψουν την δημιουργία γκέτο και να διαφυλάξουν τα εργασιακά δικαιώματά τους ώστε να μην καταλήξουν εργαλείο για την επιβολή του εργασιακού μεσαίωνα. Αδιαφόρησαν για τον έλεγχο των διαρκώς ογκούμενων κυμάτων λαθρομετανάστευσης. Κι άφησαν τον κοινωνικό ιστό να διαλυθεί από τα γκέτο, την εξαθλίωση, και την περιχαράκωση των εθνοτικών ομάδων. Γιατί όλα τούτα, ήταν ψιλά γράμματα μπροστά στα κότερα, τις Καγιέν και τις βιλάρες που απέκτησαν τα τελευταία 20 χρόνια από το όργιο λεηλασίας της χώρας.
Σήμερα που ανακαλύπτουν το τρομερό κόστος της ασυδοσίας τους, που το «πρόβλημα» αγγίζει εκτός από τον «μπασκλάς» Άγιο Παντελεήμονα και τα κυριλέ μπαρ του Ψυρρή και του Θησείου, ήρθε η ώρα να πετάξουν τα κοσμοπολίτικα προσωπεία και να φορέσουν την μάσκα της «σύνεσης».
Τώρα είναι όμως αργά. Γιατί είτε το θέλουμε είτε όχι, η ισορροπία θα επιτευχθεί αφού βιώσουμε πρώτα τις τρομακτικές συνέπειες της δουλοκτητικής πολυπολιτισμικότητας.
Τι μέλλει γενέσθαι;
Μπροστά στο μεταναστευτικό αδιέξοδο, λύσεις υπάρχουν. Η μία, συνιστά «συντηριτική έξοδο» και εφαρμόζεται εν μέρει στην Ευρώπη, όπου η άκρα δεξιά συμμετέχει στους κυβερνητικούς σχηματισμούς. Είναι η όδος της καταστολής και του αυταρχισμού, των «ιδιώνυμων» και της μηδενικής ανοχής –της ανάδυσης αντιδραστικών κινημάτων ως απάντηση στη διάλυση που επέφερε ο πολυπολιτισμός
Η δεύτερη, είναι η επιλογή της ενσωμάτωσης με τον σταδιακό περιορισμό και έλεγχο της λαθρομετανάστευσης –γιατί ακριβώς η κοινωνία μας (όπως και κάθε κοινωνία) έχει όρια στην δυνατότητά της να τους ενσωματώνει. Αυτή προκρίνει θεσμούς κοινωνικής και πολιτιστικής ένταξης, αδυσώπητο κυνήγι στην δουλεμπορεία (όσο κι αν αυτό πληγώσει την… ελληνοτουρκική φιλία των σάπιων δουλεμπορικών που περιδιαβαίνουν το Αιγαίο), μέριμνα για την επαναπροώθηση όσων μεταναστών δεν επιθυμούν να ενσωματωθούν στις πατρίδες τους (π.χ. οικονομική βοήθεια στις χώρες προέλευσης κ.λ.π.), εξασφάλιση των νόμιμων εργασιακών συνθηκών για όλους τους ξένους εργάτες με σκοπό να καταπολεμηθεί ο μηχανισμός της συμπίεσης των εργατικών μισθών.
Από εκεί και πέρα, οποιοσδήποτε εμμένει στη λογική των ανοιχτών συνόρων δεν καταφέρνει τίποτε άλλο πέρα από το:
α) Να συντηρεί τον πιο αμείλικτο και εκμεταλλευτικό νεοφιλελευθερισμό, αυτόν των οιωνεί δουλοκτητικών σχέσεων εργασίας που συγκροτούνται πάνω στην διαθεσιμότητα του μόνιμου πλεονάζοντος εργατικού δυναμικού που τροφοδοτεί η λαθρομετανάστευση.
β) Να δημιουργεί τις καλύτερης δυνατές προϋποθέσεις για την ανάδυση ενός δυναμικού αντιδραστικού κινήματος.
Ανοχή όχι οπισθοδρόμηση
Κι ένα τελευταίο σχόλιο για το Κοράνι. Ο σεβασμός στην θρησκεία του άλλου είναι θέμα προσωπικής ηθικής και αξιακής στάσης (κι αυτό πηγαίνει τόσο στον μπάτσο που εξευτελίζουν θρησκευτικά σύμβολά, όσο και στους «γκαζάκηδες» που επιτίθενται στις εκκλησίες).
Τούτο δε σημαίνει όμως ότι θα εγκαταλείψουμε στ’ όνομα της ανεκτικότητας κατακτήσεις ισότητας και ελευθερίας που πετύχαμε μετά από αιματηρούς αγώνες. Δηλαδή, ό,τι και να λέει η Σαρία, όσοι ζουν εδώ θα πρέπει να στέλνουν τις κόρες τους στο σχολείο, να μην ξυλοκοπούν τις γυναίκες τους –να εγκαταλείψουν δηλαδή την αφόρητη πατριαρχία που μεταβάλει την οικογένεια σε φυλακή.
Όπως οι δικές τους κοινωνίες έχουν το δικαίωμα να πορεύονται με τους δικούς τους ρυθμούς, και να μην τους επιβάλεται ο εκσυγχρονισμός της αποικιοκρατίας και των ανθρωπιστικών πολέμων, έτσι και οι δικές μας έχουν το ίδιο δικαιώμα, να διαφυλάσσουν τις κατακτήσεις τους δίχως αυτές να απειλούνται στ’ όνομα μάλιστα μιας κίβδηλης «ανεκτικότητας»
Απο-ανάπτυξη αλα Ελληνικά
Η συζήτηση και η δημιουργική αφομοίωση των γόνιμων, διεθνών ρευμάτων της αμφισβήτησης στην Ελλάδα, πάντοτε σκόνταφτε στην υπ. αριθμόν 1 συλλογική μας κακοδαιμονία, η οποία μας ακολουθεί από τότε (το 1204, δηλαδή) που αρχίσαμε να εντασσόμαστε στο καπιταλιστικό κοσμο-σύστημα: Τον παρασιτισμό ή αλλιώς, την μεταπρατική λογική.
Έτσι για παράδειγμα, η ελληνική εκδοχή του κύματος των πάλαι ελπιδοφόρων κομμουνιστικών κινημάτων τσακίστηκε κυρίως στον σκόπελο της «μετακένωσης», της άκριτης μεταφοράς των οργανωτικών αλλά και των ιδεολογικών σχημάτων από την Δύση ή την Ανατολή, και όχι από τις αντιφάσεις και τα αδιέξοδα της ίδιας της δυναμικής του. Κοντολογίς, οι κούτβηδες οδήγησαν την εποποιία της εθνικής αντίστασης του ΕΑΜ στην σαρωτική ήττα του εμφυλίου και όχι ο Άρης Βελουχιώτης που αυτοκτόνησε κυνηγημένους με τους λιγοστούς συντρόφους που του είχαν απομείνει. Κι αυτό γιατί, πέρα από το οργανωτικό προβάδισμα που είχαν λόγω της ιδιαίτερης σχέσης με την Σοβιετία, έτειναν στις αναλύσεις τους να μεταφέρουν μηχανιστικά το δυτικό μαρξιστικό σχήμα, αγνοώντας τις πολυτιμότατες ιδεολογικές και κοινωνικο-πολιτικές δυναμικές απελευθέρωσης που ενυπήρχαν στις κοινοτιστικές πρακτικές, τα ήθη και την παραδοσιακή λαϊκή ιδεολογία.
Η κατάρα αυτή θα επιμείνει, σε μικρότερη κλίμακα, και στη συνέχεια, κάθε φορά που οι καρποί των διεθνών ανατρεπτικών κινημάτων επιδρούν πάνω στη νεοελληνική ιδεολογία –είτε μιλάμε για τα ρεύματα του 1968 είτε για το οικολογικό κίνημα. Για να μην μιλήσουμε για το κίνημα των Ζαπατίστας για το οποίο οι Έλληνες υποστηρικτές του μιλούν μόνο για την κουκούλα του Κομαντάντε Μάρκος αποσιωπώντας τις αναφορές που οι ίδιοι κάνουν στην εθνική και την ιθαγενική ταυτότητα, τις ρίζες και τις παραδόσεις.
Τούτο είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα το οποίο αντιμετωπίζουμε και θα αντιμετωπίσουμε εντονότερα στο μέλλον, συζητώντας τα πολύ γόνιμα και δημιουργικά ιδεολογικά εργαλεία που μας δίνει το ρεύμα της από-ανάπτυξης, της κριτικής στην διαρκή συσσώρευση και την θεολογία της αέναης μεγέθυνσης. Κι εδώ, υπάρχει μεγάλος κίνδυνος να κυριαρχήσει μια μεταπρατική λογική που μεταφέρει αυτούσια σχήματα και ιδέες από τις μητροπόλεις του παγκόσμιου καπιταλισμού στην χώρα μας, δίχως να εξετάζει τις ιδιαιτερότητες και τις διαφοροποιήσεις της.
Τα παραδείγματα που θα μπορούσαμε να δώσουμε είναι πολλά. Πώς μπορεί, για παράδειγμα, να μιλήσει κανείς για «αποανάπτυξη» τη Θράκη, την Ήπειρο και την Κεντρική Μακεδονία όταν στις συνθήκες του ελληνικού παρασιτισμού οι περιοχές αυτές βουλιάζουν στην αποβιομηχάνιση, την ανεργία και την ερήμωση; Πως «κολλάει» η κριτική στον παραγωγισμό σε μια χώρα που έχει διαλύσει τον παραγωγικό της ιστό και που στηρίζεται εξ ολοκλήρου στις εισαγωγές για να τροφοδοτήσει την εγχώρια κατανάλωση με τίμημα την οικονομική –και κατά συνέπεια την πολιτική της αυτονομία; Από τις απαντήσεις σε τούτα τα ερώτημα και σε πλείστα άλλα παρόμοια θα κριθεί το εάν αυτό ρεύμα σκέψης θα αποκτήσει εντοπιότητα και θα γίνει κτήμα της ελληνικής κοινωνίας ή το εάν θα παραμείνει ένα εξωτικό φρούτο που το κομίζουν ελάχιστοι «ενημερωμένοι» διανοούμενοι ως την τελευταία λέξη της παριζιάνικης διανοητικής μόδας.
«Αποπαρασιτοποίηση»
Για να υπερβούμε τα αδιέξοδα του μεταπρατισμού, δεν μπορούμε παρά να ξεκινήσουμε από την «συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης» από την αμφισβήτηση, δηλαδή, του «ελληνικού δρόμου προς την ανάπτυξη». Αφετηρία, δηλαδή, είναι η αμφισβήτηση της καταθλιπτικά κυρίαρχης μεταπολιτευτικά αναπτυξιακής στρατηγικής των αρχουσών τάξεων της χώρας. Η αμφισβήτηση του παρασιτικού καπιταλισμού, που έχει στηθεί προκρίνοντας πολύ συγκεκριμένες προτεραιότητες στην ελληνική οικονομία: Την προτεραιότητα της τουριστικής ανάπτυξης, την προώθηση των κατασκευών ως κινητήρα της ελληνικής οικονομίας, την διάλυση του παραγωγικού ιστού της χώρας. Γι’ αυτό το συγκεκριμένο μοντέλο που έχει διαμορφώσει πολύ απτά αποτελέσματα, που έχει μετατρέψει –ας πούμε- την Αθήνα σε τερατούπολη, την Θεσσαλονίκη σε φραπεδούπολη και τα νησιά σε «τουριστικές ντίσνεϋλαντ» για τους Έλληνες ή τους Ευρωπαίους τουρίστες.
Από τούτο το σημείο εκκίνησης εκπορεύεται μια ολόκληρη στρατηγική που προσπαθεί ν’ αντιστρέψει τις παραγματικότητες που έχουν διαμορφωθεί κατά τα τελευταία 40, περίπου, χρόνια στην χώρα μας. Οι βασικοί της όροι είναι οι εξής:
Α) Αποανάπτυξη των υδροκέφαλων Αθηνών. Απογραφειοκρατικοποίηση του κρατικού μηχανισμού και γεωγραφική αποκέντρωσή του, η οποία με την σειρά της θα επιφέρει όχι μόνο την ανακοπή της διαρκούς επέκτασης της πόλης αλλά και την δημογραφική αποσυμφόρηση του Λεκανοπεδίου.
Β) Άρση του οικονομικού παρασιτισμού και επίτευξη του υψηλότερου δυνατού επιπέδου οικονομικής αυτάρκειας μέσω της αναδιάρθρωσης του παραγωγικού ιστού. Προώθηση των μικρομεσσαίων, οικολογικά βιώσιμων παραγωγικών επιχειρήσεων υψηλής τεχνολογίας που θα προσανατολίζονται στο να καλύψουν τις εγχώριες ανάγκες.
Γ) Εγκατάλειψη του ελληνικού καταναλωτικού μοντέλου που στηρίζεται στο αυτοκίνητο. Αναβάθμιση όλων των υπηρεσιών αστικών και υπεραστικών δημόσιων μεταφορών με έμφαση στον σιδηρόδρομο.
Γ) Αποανάπτυξη της τουριστικής βιομηχανίας και αποκατάσταση των υπόλοιπων οικονομικών λειτουργιών της υπαίθρου.
Δ) Αναδιάρθρωση του κατασκευαστικού τομέα. Απο-ανάπτυξη των κατασκευαστικών κολοσσών, εγκατάλειψη του μοντέλου των μεγάλων οδικών έργων, της αέναης οικιστικής ανάπτυξης των πόλεων και των τουριστικών περιοχών (σπίτια, εμπορικά κέντρα, ξενοδοχειακές εγκαταστάσεις κ.ο.κ.).
Ε) Αναδιάρθρωση του ενεργειακού κλάδου. Αποκέντρωση της ενεργειακής παραγωγής και έμφαση στις εναλλακτικές πηγές ενέργειας (ηλιακή, αιολική κ.λ.π.).
ΣΤ) «Απο-ανάπτυξη» της «εικονικής οικονομίας» (!). Αποδυνάμωση της ολιγαρχίας που συγκεντρώνει την 4η εξουσία στα χέρια της, περιορισμός της τηλεθέασης, δραστικός περιορισμός των διαφημίσεων, της εμπορικής τηλεόρασης κ.ο.κ.
(συνεχίζεται)

Στις 07/05/09, και ώρα 19:30, το περιοδικό Άρδην και η εφημερίδα Ρήξη πραγματοποιούν συζήτηση στα γραφεία τους (Βαλαωρίτου 1 – Δωδεκανήσου) με θέμα: Εκσυγχρονιστική ιστοριογραφία και νεοελληνική ιστορία. Εισηγείται ο Γ. Καραμπελιάς πάνω στους βασικούς μύθους της εθνομηδενιστικής ιστοριογραφίας για την ελληνική επανάσταση και τον διαφωτισμό, τη σχέση τους με την παγκοσμιοποίηση και τη νέα τάξη πραγμάτων.

Την Πέμπτη 07/05/09 και ώρα 8:00μ.μ., στα γραφεία του Άρδην και της
Ρήξης (ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΕΟΥΣ 37-ΑΘΗΝΑ), θα πραγματοποιηθεί προβολή του εξαιρετικά επίκαιρου ντοκυμαντέρ Το τέλος των προαστίων. Το Τέλος των Προαστίων εξετάζει στο φόντο της ενεργειακής κρίσης που αντιμετωπίζει σήμερα ο πλανήτης, τα τεράστια αδιέξοδα τόσο των σύγχρονων μεγαπόλεων
όσο και του βασισμένου στο αυτοκίνητο, αδηφάγου καταναλωτικού μοντέλου.
Μετά τη λήξη της προβολής, θα συζητήσουμε για την μοίρα που περιμένει την δική μας πόλη, η οποία τα τελευταία 25 χρόνια ακολουθεί ασθμαίνοντας το “αμερικάνικο όνειρο”, έπειτα από το τελειωτικό χτύπημα που πρόκειται να δεχθεί με την κατάθεση του νέου Ρυθμιστικού σχεδίου….
Είστε όλοι ευπρόσδεκτοι…
Στις 13 Μαΐου θα πραγματοποιηθούν φέτος οι εκλογές στα πανεπιστήμια. Η περίφημη «γενιά του 16», η γενιά των «Δεκεμβριανών» του 2008 θα προσέλθει (ή θα απέχει) για άλλη μια φορά στις κάλπες. Το αποτέλεσμα από τώρα μοιάζει σχεδόν προδιαγεγραμμένο. Όλοι μιλούν για μειωμένη προσέλευση, ελαφρά πτώση ή ελαφρά άνοδο των δυνάμεων της Αριστεράς, μικρή άνοδο της ΠΑΣΠ –λόγω της συσπείρωσης που δημιουργεί η προοπτική της εξουσίας– και μικρή πτώση της ΔΑΠ, λόγω της γενικότερης κατάπτωσης που έχει καταλάβει τον χώρο της κυβερνώσας Δεξιάς.
Τι σημαίνουν όλα αυτά; Στο πηλίκο, μηδέν: Όπως και στην κεντρική πολιτική σκηνή έτσι κι εδώ, το μεγαλύτερο σκάνδαλο, όπως πολύ εύστοχα γράφει η Μαρία Πολυκάρπου στο άρθρο της, είναι η απουσία οποιασδήποτε μαζικής, ουσιαστικής αμφισβήτησης –κι ας μιλάμε σ’ αυτή την περίπτωση για μια νεολαία που προβλήθηκε ως «η ελπίδα» από την αφρόκρεμα της μιντιακής εξουσίας και τα χαβιαροαριστερά σαλόνια του Κολωνακίου και της Κηφισιάς.
Παρά τις μεγαλοστομίες των αριστερών παρατάξεων –διότι οι υπόλοιπες αποτελούν απλώς πελατειακές συσσωματώσεις παρασιτικά δεμένες με τα δύο μεγάλα κόμματα, ουδεμία ουσιαστική αντίσταση στον νεοφιλελευθερισμό δεν έχει εκδηλωθεί, με αποτέλεσμα κάθε λειτουργία του δημόσιου πανεπιστημίου να έχει ήδη υποταχθεί στις επιταγές του φιλελεύθερου καπιταλισμού και της παγκοσμιοποίησης.
Τι σημαίνει αυτό; Ότι σήμερα η τριτοβάθμια εκπαίδευση στην Ελλάδα είναι μια κιμαδομηχανή που μετατρέπει τη νεολαία σ’ έναν χυλό ημιμαθών καταναλωτών, που συντηρούν το γιγαντιαίο παράσιτο που κατατρώγει απ’ άκρη σ’ άκρη τη χώρα.
Είναι ο θεσμός ο οποίος προσαρμόζει τους φοιτητές στην επικρατούσα αθλιότητα που μας περιτριγυρίζει. Τα πράγματα είναι απλά και για να τα κατανοήσουμε δεν απαιτούνται βαθυστόχαστες αναλύσεις. Η Ελλάδα είναι μια χώρα των γκαρσονιών –άρα εκτός από τους γιατρούς, τους δικηγόρους, τους μηχανικούς και τους κομπιουτεράδες, οι υπόλοιποι πτυχιούχοι είναι επί της ουσίας άχρηστοι. Το πανεπιστήμιο έχει προσαρμοστεί έτσι ώστε να συντηρούνται σε καλό επίπεδο καμιά δεκαριά σχολές, οι οποίες στελεχώνονται από τους γόνους της άρχουσας τάξης και των ανώτερων μεσαίων στρωμάτων. Οι υπόλοιπες βρίσκονται σε άθλια κατάσταση, υπάρχουν σχεδόν μόνο και μόνο για να κλέβονται τα ευρωπαϊκά προγράμματα και να συντηρείται μια κάστα καθηγητών-διανοουμένων που πληρώνονται αδρά, σε σύγκριση με τους εργαζόμενους των 700 ευρώ, για να «εγκαθιστούν», εν είδει σόφτγουερ, την κυρίαρχη ιδεολογία και τεχνική στα κεφάλια των φοιτητών τους.
Αυτή η κατάσταση έχει μεταβάλει άρδην τον ρόλο της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Κάποτε, έστω και στρεβλά, αποσπασματικά, λειτουργούσε σχετικοποιώντας τις ταξικές διαιρέσεις. Βοηθούσε στην κοινωνική κινητικότητα, καθώς ο γιος του αγρότη μπορούσε μέσω των σπουδών να αλλάζει την κοινωνική του θέση –και τούτο δεν θα πρέπει να το δούμε στενά σε σχέση μόνο με την τσέπη του, αλλά ταυτόχρονα βελτιώνοντας και το μορφωτικό του επίπεδο. Σήμερα λειτουργεί με τον ακριβώς αντίθετο τρόπο. Μέσα από αυτή, τα παιδιά των μηχανικών γίνονται μηχανικοί, των γιατρών, γιατροί και των δικηγόρων, δικηγόροι. Τα ανώτερα μεσαία στρώματα και οι άρχουσες τάξεις ανακυκλώνονται, ενώ οι υπόλοιποι παίρνουν ένα χαρτί που δεν σημαίνει τίποτε, ΟΥΤΕ ότι θα βρουν δουλειά, αλλά ΟΥΤΕ ότι ξέρουν πέντε γράμματα παραπάνω. Κατά τα άλλα, η γνώση κατακερματίζεται σε τεχνικές πληροφορίες και η μόρφωση μετατρέπεται σε εκπαίδευση των φοιτητών στη νεοελληνική ζούγκλα, καθώς εκεί μέσα το μόνο που μαθαίνεις είναι να τρέχεις πίσω από το χρήμα, να πουλάς τον διπλανό σου, να υποτάσσεσαι τους ανώτερους και να υποτάσσεις τους κατώτερους.
Απέναντι σ’ αυτή τη λαίλαπα δεν ορθώνεται καμία εναλλακτική λύση. Το φοιτητικό κίνημα είναι τέκνο αυτής της κοινωνίας και της μοιάζει απελπιστικά: δεν έχει κανέναν αυτόνομο λόγο, κανένα όραμα, δεν ακτινοβολεί καμία ελπίδα και αντιστέκεται με τον ίδιο καταστροφικό τρόπο με τον οποίο επελαύνουν τα δρεπανηφόρα άρματα του ελληνικού παρασιτικού καπιταλισμού. Γι’ αυτό ενίοτε, ανεξαρτήτως προθέσεων, σέρνεται πίσω από τις συντεχνιακές ορέξεις των καθηγητών και τις μικροπολιτικές σκοπιμότητες των μικρών και των μεγάλων ΣΥΡΙΖΑ που κινούνται στο αριστερό και το αντιεξουσιαστικό φάσμα.
Διαφυγή καμιά. Έτσι, οι φοιτητικές εκλογές είναι ένα γιγαντιαίο θέατρο σκιών. Φαντάζουν ως μια απέραντη έρημος και μόνο σποραδικά, σε κάποιες σχολές, παρουσιάζονται μικρές οάσεις –πραγματικά αυτόνομα και ανεξάρτητα σχήματα που προσπαθούν να αναδείξουν δημιουργικές αντιστάσεις, ή σύλλογοι φοιτητών με μία λογική κοινοτική.
Σήμερα όσο ποτέ άλλοτε έχουμε ανάγκη από νέους «καταστασιακούς» που θα γράψουν ένα νέο κείμενο «για τη μιζέρια των φοιτητικών κύκλων». Κι έχουμε ανάγκη κι από ένα νέο όραμα: Να δούμε πώς η τριτοβάθμια εκπαίδευση μπορεί να μετασχηματιστεί σε λαϊκή υποδομή, ικανή να βοηθά τους ασθενέστερους, να αμβλύνει τις ταξικές ανισότητες και να μάχεται καθημερινά κατά της μορφωτικής τάφρου που καταδικάζει την πλειονότητα της κοινωνίας στον νέο τηλεκαταναλωτικό σκοταδισμό. Να συμβάλει, δηλαδή, στον αγώνα για μια δικαιότερη κοινωνία.
Μέχρι τότε, και πλην των ελάχιστων αυτόνομων και ανεξάρτητων εξαιρέσεων, όπου κι αν πηγαίνει η ψήφος μας, θα συμβάλει λιγότερο ή περισσότερο στην αναπαραγωγή της υφιστάμενης αθλιότητας.
Διονύσης Σαββόπουλος, Πρωτομαγιά
Ήτοι: Αναγκαίον Ψυχολογικόν Αντιστάθμισμα
Το χρειαζόμεθα, θαρρώ, καθώς τούτη η πόλη σπέρνει τον θάνατο στην κάθε της ανάσα
Κοιτάξτε, λοιπόν, λίγο πιο πάνω. Πέρα από τα κτήρια, που προσπαθούν με τις αιχμές τους να πληγώσουν τον ουρανό. Πιο ψηλά. Εκεί που συμβαίνει η Άνοιξη. Μιαν άνοιξη που δεν γίνεται καταληπτή από κανέναν, καθώς όλοι πλέον περπατούν σκυμμένοι, σκυθρωποί.
Προψες το βράδυ, στη μία, βολτάριζα άλφα-πι (άνευ ποδηλάτου) πέριξ της Κολοτρώνη. Στην Παλιά Βουλή συνέβη το αναπάντεχο: Το πάρκο ήτο πλήρες ανοιξιάτικων αρωμάτων, τα δέντρα μοσχοβολούσαν σκαρώνοντας κάτι σαν μικρή όαση –σε μια πόλη που από καιρό βρωμά απελπισία.
Το μήνυμα ήταν σαφές:
Όσο υπάρχει Άνοιξη, όσο η Άνοιξη καταφέρνει να δημιουργεί ρωγμές στα τείχη της πιο έγκλειστης, αυτιστικής πόλης του κόσμου,
Τότε, τίποτε δεν έχει τελειώσει…
Τις καλησπέρες μου.
Χάμπτυ

“Πρωτοφανές για τα ελληνικά δεδομένα αιματηρό επεισόδιο στη Σχολή του ΟΑΕΔ. Για άγνωστη μέχρι στιγμής αιτία 19χρονος σπουδαστής άνοιξε πυρ και στη συνέχεια αυτοπυροβολήθηκε. Νεκρός ο δράστης και δύο τραυματίες, σύμφωνα με το ΕΚΑΒ.“
από το in.gr
“ Παρατηρούμε έναν παγκόσμιο χάρτη. Εντοπίζουμε τους πολέμους σε απομακρυσμένες περιοχές, ιδιαίτερα στον Τρίτο Κόσμο. Μιλάμε για υπανάπτυξη, διαφοροποιήσεις στην πολιτιστική ωρίμανση, φονταμενταλισμό. Λέμε στον εαυτό μας ότι αυτή η ακατανόητη σύγκρουση συμβαίνει πολύ μακρυά από εμάς. Κοροϊδεύουμε τον εαυτό μας όταν σκεφτόμαστε ότι είμαστε εν ειρήνη απλώς γιατί μπορούμε ακόμα να αγοράσουμε το ψωμί μας από τον φούρνο χωρίς να χτυπηθούμε από κάποιον ελεύθερο σκοπευτή. Η πραγματικότητα όμως είναι πως ο εμφύλιος πόλεμος έχει ήδη μεταφερθεί στις μητροπόλεις. Οι μετασχηματισμοί είναι μέρος της καθημερινής μας ζωής στις πόλεις μας, όχι μόνο στη Λίμα και το Γιοχάννεσμπουργκ, τη Βομβάη και το Ρίο, αλλά στο Παρίσι και το Βερολίνο, στο Ντητρόϊτ και το Μπίρμινχαμ, στο Μιλάνο και το Αμβούργο. Οι μαχητές δεν είναι πλέον μόνον τρομοκράτες και μυστικοί πράκτορες, Μαφιόζοι και σκίνχεντς, έμποροι ναρκωτικών και ομάδες θανάτου, νεοναζί και καουμπόηδες των ιδιωτικών αστυνομιών. Ακόμα και κανονικοί πολίτες μεταβάλλονται τη νύχτα σε χούλιγκανς, άρπαγες, καταστροφείς και σήριαλ κίλερς. Και όπως συμβαίνει με τους αφρικανικούς πολέμους οι μαχητές γίνονται όλο και πιο νέοι μέρα με την ημέρα. Ο εμφύλιος πόλεμος δεν είναι κάτι που εισαγάγαμε από το εξωτερικό. Δεν είναι κάποιος ιός τον οποίο αφήσαμε να μας μολύνει. Έρχεται από τα μέσα. Και πάντα αρχίζει με κάποια μειονότητα: αρκεί πιθανώς ένας στους εκατό να το θέλει για να κάνει αδύνατη την ειρηνική συμβίωση. Στις βιομηχανικές χώρες η συντριπτική πλειοψηφία θέλει ακόμα την ειρήνη. Οι εμφύλιοι πόλεμοι δεν προσέβαλαν ακόμα τη μάζα του πληθυσμού, είναι ακόμα μοριακοί. Αλλά, όπως δείχνουν τα γεγονότα του Λος Άντζελες, μπορούν να κλιμακωθούν οποιαδήποτε στιγμή σε διαστάσεις επιδημίας“
Χ.-Μ. Εντσερμπέργκερ, Εμφύλιος Πόλεμος, Οδυσσέας 1994.
Η βία έχει γίνει καθημερινότητα. Τη συναντάς παντού: στα βλέμματα των περαστικών, στο μετρό και το λεωφορείο, στο μποτιλιάρισμα, στη γειτονιά. Μπορεί να είναι συμβολική ή άμεση, μικρής ή μεγάλης έντασης, αλλά είναι εκεί.
Είναι ο τόπος στον οποίο διασταυρώνονται όλες οι αντιφάσεις του σημερινού κόσμου. Από το πιο μικρό, ατομικό επίπεδο, ως το πιο μεγάλο. Από τον ατομικισμό και την εγωκρατία, που διαμορφώνει ανθρώπους-λύκους, έτοιμους να παραβιάσουν το άσυλο του άλλου, μέχρι τις κοινωνικές ανισότητες που εκρήγνυνται, τη φτώχεια και την ακρίβεια, τα σύγχρονα γκέτο και την πολυπολιτισμική αντιπαράθεση, αλλά και την απουσία οποιουδήποτε νοήματος, οράματος στους κόλπους αυτής της κοινωνίας, που καναλιζάρει τη δυσαρέσκεια και την αντίδραση στα καλούπια της καταστροφικής οργής.
Ναι, έχουμε γίνει «Σικάγο» ή, καλύτερα, «Σάο Πάολο», καθώς η έξαρση του εγκλήματος σε όλες του τις κλίμακες, η πολιτική βία, η βίαιη στροφή των καθημερινών συμπεριφορών, προσομοιάζουν καλύτερα σε συνθήκες τριτοκοσμικής μητρόπολης, παρά σ’ εκείνες των μητροπόλεων του ανεπτυγμένου κόσμου.
Τούτο το αποκρουστικό τοπίο είναι προϊόν τριάντα χρόνων «εκσυγχρονισμού», τριάντα χρόνων κατεδάφισης της πνευματικής και της κοινωνικής συνοχής μιας χώρας από «δρεπανηφόρα άρματα» που επέλαυναν υπό τις σημαίες της «υλικής ευημερίας», της «προόδου», του «φιλελευθερισμού» και της «ανάπτυξης». Είναι το τίμημα των δουλοκτητικών σχέσεων, που μας επέτρεψαν να έχουμε το δεύτερο αυτοκίνητο και το εξοχικό. Τίμημα βαρύ, καθώς οι συνθήκες της πολυπολιτισμικής κοινωνίας, που ουσιαστικά λειτουργεί ως κοινωνία χωρισμένη σε κάστες, με τους απόκληρους ξένους να δουλεύουν και τη συντριπτική πλειοψηφία των λευκών να απολαμβάνουν επισφαλώς ή ασφαλώς τα προϊόντα του θαυμαστού καπιταλιστικού κόσμου πολλαπλασιάζουν τη βία. Κι όχι μόνο λόγω του κοινωνικού αποκλεισμού· κυρίως λόγω της απουσίας του κοινού πολιτιστικού, αξιακού παρονομαστή, ο οποίος και θα έδινε μια πολιτική διέξοδο στην κρίση μέσα από τη δημιουργία κινημάτων κοινωνικής ενσωμάτωσης των αποκλεισμένων. Σήμερα, τούτα φαντάζουν αστεία πράγματα, καθώς δεν καθίσταται δυνατή ούτε η ίδια η επικοινωνία μεταξύ των χωριστών εθνικοτήτων των απόκληρων –πόσο μάλλον η συνύπαρξη. Εξάλλου, τα περισσότερα βίαια επεισόδια στα γκέτο συμβαίνουν μεταξύ τους: Αλβανοί εναντίον Ρώσων, Νιγηριανοί εναντίον Αλβανών, Πακιστανοί εναντίον Κινέζων. Γιατί σήμερα στους δρόμους των μητροπόλεων πραγματοποιείται ένας, χαμηλής εντάσεως, καθημερινός «παγκόσμιος πόλεμος».
Υπό το βάρος τούτης της πραγματικότητας, η πολιτική ατζέντα θα αλλάξει. Τα ζητήματα της τάξης και της ασφάλειας θα τεθούν στο επίκεντρο. Η Άκρα Δεξιά θα εκμεταλλευτεί την αμηχανία ή την αδιαφορία μιας Αριστεράς μεσοαστικής, και θα οικειοποιηθεί τα ζητήματα για να διευρύνει το ακροατήριό της, ένα ακροατήριο κύρια λαϊκό, αφού στη φιλελεύθερη ουτοπία που ζούμε η ασφάλεια είναι ταξικό προνόμιο, εξαγοράζεται μέσω των σεκιουριτάδων και των σιδερόφρακτων πολυτελών κατοικιών: Είναι αυτονόητη για την Εκάλη, τη Δροσιά και το Πανόραμα –κι ένα απατηλό όνειρο για τον Άγιο Παντελεήμονα, το Κορδελιό ή την Αγιά Βαρβάρα.
Σ’ αυτό το πεδίο, η Άκρα Δεξιά θα πλειοδοτήσει ζητώντας να ενταφιάσει τα κοινωνικά και τα πολιτικά δικαιώματα στον βωμό της καταστολής και της αποκατάστασης της τάξης. Το έργο έχει ξαναπαιχτεί. Και πραγματικά υπεύθυνος δεν είναι η πολιτική δύναμη που αξιοποιεί τις περιστάσεις με τον καλύτερο δυνατό τρόπο για τον εαυτό της, αλλά όσοι αδιαφορούν και απορρίπτουν τα «αντιδραστικά αιτήματα», αφήνοντάς της έτσι λαμπρόν πεδίον δόξης.
Σκαντζόχοιρος